Η εξύψωση των ελληνικών

on . Posted in Πολιτισμός

Μόνον ένας λογοτέχνης σαν τον δικό μας Τάκη Θεοδωρόπουλο θα μπορούσε να το πει τόσο γλαφυρά: «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας» («Η ταπείνωση των ελληνικών», «Καθημερινή» 28.4.2019).

Πέρα, όμως, από τη γλαφυρότητα του πράγματος, προκύπτουν κάποια ερωτήματα. Πώς ακριβώς ταπεινώνεται μια γλώσσα; Η νεοελληνική είναι ταπεινωμένη σε σχέση με ποια εκδοχή «πανάρχαιας γλώσσας»; Ως γνωστόν, και η αρχαία ελληνική επίσης εξελισσόταν και επιβίωσαν στα γραπτά διάφορες εκδοχές της. Διαφορετικά ήταν τα ελληνικά στην εποχή του Ομήρου και άλλα του Σοφοκλή. Δεν μπορούμε, φυσικά, να ποσοτικοποιήσουμε τις αλλαγές, αλλά κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα ελληνικά του Ομήρου απέχουν από τα ελληνικά του Θουκυδίδη, όσο τα ελληνικά του Θουκυδίδη από τη δημοτική. Και γιατί να μη θεωρήσουμε τα ελληνικά του Ευριπίδη «μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας του Ομήρου»; Δυστυχώς, η «ταπείνωση» δεν είναι ακριβής επιστήμη, αλλά καλή λογοτεχνία.

Είναι εναργής η διαπίστωση του Τάκη Θεοδωρόπουλου ότι «αντί να δημιουργούμε σκέψη τσακωνόμασταν για τους τύπους που θα μας επέτρεπαν να παράγουμε σκέψη». Παραδόξως όμως, αμέσως μετά, αρχίζει να τσακώνεται για τους «τύπους». «Ο Γ. Ράλλης», γράφει, «νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή».

Ωραίο, αλλά πάλι αν κρατούσαμε τους τεχνητούς τύπους της «καθαρευούσης», οι μαθητές δεν θα σήκωναν κεφάλι από τα βιβλία του Βιζυηνού; Αν δεν καταργούσαμε τις περισπωμένες και τις δασείες τα παιδιά θα φλέρταραν απαγγέλλοντας Καβάφη; Αν γράφαμε τις λέξεις κεφαλαία και χωρίς κενά, θα έλαμπε κάποιος νεοέλληνας Πλάτωνας στην Αθήνα και στην παγκόσμια γραμματεία;

Δεν ήταν τα ελληνικά που «δημιούργησαν μεγάλη τέχνη», όπως γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, αλλά εκείνοι οι Ελληνες που έψαξαν βαθιά την ψυχή τους, κοίταξαν με καθαρό μάτι τον κόσμο, έφτιαξαν θεωρίες και έννοιες που τις αποτύπωσαν σε λέξεις. Δεν ήταν τα κείμενα που παρήγαγαν τη σκέψη, αλλά η σκέψη που αποτυπώθηκε σε αυτά. Εχει δίκιο όταν λέει ότι τα ελληνικά δεν «κινδυνεύουν να σβήσουν από τον χάρτη επειδή κάποιος τα εχθρεύεται». Δεν ισχύει όμως ότι «οι Ελληνες που τα κληρονόμησαν αδιαφορούν για την ύπαρξή τους». Δεν γνωρίζουμε άλλη χώρα που να τσακώθηκε τόσο πολύ –και να διαφωνεί ακόμη– για το γλωσσικό ζήτημα.

Τα ελληνικά, όπως και πολλές άλλες γλώσσες, φθίνουν διότι δεν αποτυπώνεται σε αυτά νέα γνώση. Καλώς ή κακώς –και για λόγους ανεξάρτητους της προσπάθειας των πληθυσμών– η επιστήμη και η τεχνολογία μιλάει αγγλικά, όπως κάποτε η νομική μιλούσε λατινικά και η φιλοσοφία ελληνικά. Υπάρχει μια ευθεία σχέση μεταξύ ισχύος και παραγωγικότητας ενός πληθυσμού με την κυριαρχία μιας γλώσσας. Πάρα πολλοί Αλβανοί μιλούν ελληνικά διότι χρειάστηκε να εργασθούν, να εμπορευθούν, με τον ισχυρό εταίρο της περιοχής. Είναι η ισχυρή οικονομία που πληρώνει για την καλλιέργεια και την εξάπλωση μιας γλώσσας, που πληρώνει την παραγωγή νέας γνώσης, που φτιάχνει καινούργιες έννοιες και νέα πράγματα που χρειάζονται νέες λέξεις. Να σημειώσουμε ότι, κάποιες φορές, και ασθενείς χώρες παράγουν νέες έννοιες και νέες λέξεις για τον παγκόσμιο διάλογο. Π.χ. η μεγαλύτερη συνεισφορά της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια στην πολιτική επιστήμη είναι η έννοια και η λέξη «kolotoumpa».

Αποτελεί πρόβλημα το γεγονός ότι οι νεοέλληνες –ανεξαρτήτως ηλικίας– δεν διαβάζουν στη δημοτική, και λογικώς δεν θα διάβαζαν και σε γλωσσότυπους που δεν μιλούν. Και αυτό, διότι μαζί με την «κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης (και το σβήσιμο), της περισπωμένης και των πνευμάτων από τη γραφή» εισήχθη και το δόγμα της ισότητας στη βολή. Σήμερα, το μόνο που μαθαίνει κάποιος στο ελληνικό σχολείο είναι να μισεί το διάβασμα. Λογικό, διότι τα νέα παιδιά, στην πιο όμορφη ηλικία τους, εξαναγκάζονται να αποστηθίζουν κάποιον περιορισμένο αριθμό σελίδων, χωρίς να έχουν την ανταμοιβή της κατανόησης όσων διαβάζουν. Μπορούν (για περιορισμένο διάστημα δύο χρόνων, που προετοιμάζονται για τις εξετάσεις) να πουν «νεράκι» αποσπασματικές πτυχές της Ιστορίας, χωρίς να μαθαίνουν ότι αυτές εντάσσονται σε ένα συνολικότερο πλαίσιο, χωρίς να νιώσουν την πληρότητα της γνώσης. Οι νέες έννοιες, όλα τα θαυμαστά που συμβαίνουν στον κόσμο, είναι εκτός ύλης. Αφήστε δε που υπάρχουν πάντα οι άγρυπνοι εθναμύντορες να κατσαδιάσουν όποιον προτείνει κάτι διαφορετικό από τις στείρες προσεγγίσεις του παρελθόντος. Και βεβαίως, θα ήταν θαυμάσιο να διαβάζουν όλοι οι Ελληνες αρχαία τραγωδία στο πρωτότυπο, αλλά δεν θα ήταν άσχημο να ξέρουν κυρίως τι πραγματεύεται επί της ουσίας η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

Δεν λείπουν οι λέξεις από την ελληνική γλώσσα, απουσιάζουν οι έννοιες από την ελληνική κοινωνία, οι οποίες θα γίνουν ή θα βρουν τις λέξεις είτε της «καθαρευούσης» είτε της δημοτικής, ή θα τις αντλήσουν (όπως το έκανε πολύ καλά ο Καβάφης) από όλη τη διαχρονική πορεία της γλώσσας μας και από τα ιδιώματα, ασφαλώς.

Η γλώσσα εξελίσσεται για να καλύψει τις ανάγκες μιας κοινωνίας.  Αλλες ήταν την κλασική εποχή, άλλες την ελληνιστική, οπότε «εφευρέθηκαν» οι τόνοι και τα πνεύματα, και άλλες οι σημερινές. Η λεξιπενία είναι απλώς το σύμπτωμα μιας αντιπαραγωγικής εκπαίδευσης. Οταν διορθώσουμε το δεύτερο, όταν κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν το διάβασμα και να στοχαστούν, τότε αυτά μεγαλώνοντας θα θεραπεύσουν και το πρώτο. Θα φτιάξουν ή θα αναστήσουν τις λέξεις που χρειάζονται, για να εκφράσουν όσα ξέρουν.

Συνεπώς θα συμφωνήσουμε με την κατακλείδα του άρθρου του κ. Θεοδωρόπουλου, για το δέον γενέσθαι στην Παιδεία: «Τιτάνιο το έργο, ειδικά όταν η εκπαίδευση μαθαίνει στους μαθητές της πώς να μη διαβάζουν. Κυρίως δε λογοτεχνία. Μόνον εκεί το παιδί θα βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί από την ταπείνωση της γλώσσας του και να αντιληφθεί τη δύναμή της».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 25.5.2019