Η βιομηχανία της νοσταλγίας

on . Posted in Πολιτισμός

Γ​​έμισαν πάλι νοσταλγία οι εφημερίδες. Αφορμή ήταν τα ξύλινα καΐκια που χάνονται, εξαιτίας μιας οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία επιδοτεί την καταστροφή τους. Σύμφωνα με τον Ελληνικό Σύνδεσμο Παραδοσιακών Σκαφών, «η πολιτιστική μας κληρονομιά θα θρηνεί 13.785 αλιευτικά ξύλινα κυρίως παραδοσιακά σκάφη προς τις χωματερές» (1.2.2018). Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, «δεν έγινε κανένας έλεγχος για να διαπιστωθεί η πολιτιστική αξία των σκαφών... Ο Σύνδεσμός μας από πολλών ετών έχει προτείνει αντί της καταστροφής τους, την αλλαγή χρήσης των αλιευτικών σκαφών σε ιδιωτικά ή επαγγελματικά σκάφη αναψυχής...».

Αξιέπαινη η προσπάθεια του Συνδέσμου για τη διάσωση της ναυπηγικής κληρονομιάς, αλλά πάλι, πόση κληρονομιά από τις 17.500 σκαριά (τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο μικρών σκαφών στην Ευρώπη) μπορούμε ή και πρέπει να διασώσουμε; Η νοσταλγία από μόνη της, όπως όλα τα συναισθήματα, δεν αποτελεί ασφαλή οδηγό χάραξης πολιτικής. Τα δεδομένα, πριν από την έκδοση αυτής της οδηγίας, ήταν ανησυχητικά. Ολες οι οικολογικές οργανώσεις κρούουν τον κώδωνα κινδύνου για τη μείωση των ιχθυαποθεμάτων στις ελληνικές θάλασσες. Βεβαίως, η αδιαφορία του ελληνικού κράτους παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο, αλλά από την άλλη είναι πολύ δύσκολο να αστυνομευθούν 17.500 σκάφη μικρού μεγέθους που συνήθως αλιεύουν στα ρηχά με καταστροφικά αποτελέσματα στα μικρά ψάρια. Εκτός αυτού, οι συνθήκες της αγοράς και η έλλειψη οικονομιών κλίμακας οδηγούν τους μικρούς ψαράδες σε υπεραλίευση, μόνο και μόνο για να τα βγάλουν πέρα. Η απόσυρση, λοιπόν, των πάρα πολλών μικρών αλιευτικών σκαφών ήταν μονόδρομος.

Γιατί καταστροφή και όχι συντήρηση με αλλαγή χρήσης, όπως προτείνει ο Σύνδεσμος Παραδοσιακών Σκαφών; Πρώτον, διότι «εδώ είναι Μπαλκάνια δεν είναι παίξε-γέλασε». Προ έτους αποκαλύφθηκε ότι κάποιοι επιτήδειοι επιδοτήθηκαν για την καταστροφή των πλοιαρίων τους, αλλά με «κατάλληλους ρωμαίικους χειρισμούς» τα σκάφη τους δεν καταστράφηκαν αλλά βρέθηκαν να αλιεύουν παρανόμως πέριξ της Αφρικής. Οσο δύσκολη είναι η αστυνόμευση 17.500 πλοιαρίων για αλιεία τόσο ακατόρθωτος είναι ο έλεγχος 17.500 αλιευτικών που υποτίθεται ότι θα μετατραπούν σε σκάφη αναψυχής. Ο κίνδυνος είναι να δοθούν οι επιδοτήσεις και τα σκάφη να συνεχίσουν το παλιό τους έργο. Εξάλλου, αν η αγορά τουρισμού ήταν τόσο μεγάλη ώστε να συντηρήσει τόσα σκάφη, δεν θα χρειάζονταν επιδοτήσεις. Οι ίδιοι οι ψαράδες θα άλλαζαν τη χρήση.

Οσο για τα διατηρητέα σκάφη, δεν υπάρχει μόνο η εμπειρία των «διατηρητέων» κτιρίων που ρημάζουν σε κάθε γωνιά της επικράτειας. Υπάρχει και η «πανέμορφη, πληγωμένη Ελένη Π.». Σύμφωνα με την «Κ», «είναι ένα πανέμορφο πέραμα, μάλλον το μεγαλύτερο που έχει μείνει πια στη χώρα μας, πάνω από 20 μέτρα μήκος. Σκαρώθηκε το 1939 [και] υπηρέτησε πιστά τους κατοίκους της Υδρας (...) Τη ζωγράφισαν ο Παναγιώτης Τέτσης, ο Γιάννης Σταύρου και άλλοι καλλιτέχνες, σαν αναπόσπαστο τμήμα του τοπίου και της ζωής στο λιμάνι. Και τα τελευταία 14 χρόνια, παρότι κηρύχθηκε διατηρητέα από το ΥΠΠΟ, λιώνει σιγά σιγά, έξω από το νερό, περιμένοντας μια λύση (...) Εκτός από το “Ελένη Π.”, άλλα 30 πλεούμενα έχουν κηρυχθεί διατηρητέα ναυτικά μνημεία σε όλη τη χώρα. Ξέρουμε πού βρίσκονται και σε ποια κατάσταση μόνο τα 15 εξ αυτών. Οσον αφορά τα υπόλοιπα, έχουν χαθεί τα ίχνη τους, καθώς οι ιδιοκτήτες ξέρουν ότι θα έχουν κυρώσεις αν δεν τα διατηρούν σε καλή κατάσταση, ή δεν θέλουν να κρατούν επαφή με το ΥΠΠΟ» (13.7.2014).

Η ιστορία με τα ψαροκάικα είναι μόνο μία πτυχή της βιομηχανίας της νοσταλγίας που ανθίζει στην Ελλάδα. Σε μια χώρα που έχει γκράφιτι ακόμη και πάνω στους βράχους της Πνύκας, το πρόταγμα είναι να διατηρηθούν όλα ως έχουν. Γράφαμε και παλιότερα με αφορμή τον αγώνα των κατοίκων της Ριζούπολης να κηρυχθεί διατηρητέο κάθε εγκαταλελειμμένο παράπηγμα της δισκογραφικής εταιρείας Columbia, ότι «σε μια περιοχή της γης όπου περπάτησε ο Σωκράτης είναι δύσκολο να προβάλλεις αξιόπιστα το επιχείρημα ότι πρέπει να διατηρηθούν κάποια κτίρια του ’60 διότι εκεί περπάτησε ο Μπιθικώτσης» («Κ», 16.5.2006). Παρ’ όλο που κηρύχθηκαν διατηρητέα η είσοδος με την εμβληματική επιγραφή και το κεντρικό κτίριο ηχογραφήσεων οι κάτοικοι –με μπροστάρηδες τότε τους κ. Αλέκο Αλαβάνο και Αλέξη Τσίπρα– εναντιώνονταν δυναμικώς στην αξιοποίηση του χώρου. Δώδεκα χρόνια μετά, η επένδυση δεν έχει προχωρήσει και όλα τα οικοδομήματα ρημάζουν· ακόμη κι αυτά που έπρεπε να διατηρηθούν.

Το Ελληνικό, με τους διατηρητέους... αεροδιαδρόμους, είναι η πιο γνωστή και χαρακτηριστική περίπτωση. Οπως διαβάσαμε στην «Αυγή», η Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών - Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ έχει κινητοποιηθεί «με το αίτημα να κηρυχθούν διατηρητέα όσα κτίσματα αλλά και κινητός εξοπλισμός με ιδιαίτερη ιστορική, αρχιτεκτονική και τεχνική αξία, δεν έχουν ήδη κηρυχθεί». Ανάμεσά τους είναι ένα... υπόστεγο «το επονομαζόμενο “Παγόδα”, “ένα εξαιρετικά αξιόλογο κτίριο από στατικής άποψης”» και «ο μεγάλος ερυθρόλευκος υδατόπυργος στην είσοδο της πρώην αμερικανικής βάσης του Ελληνικού. Κατασκευασμένος τη δεκαετία του ’70, αποτελεί “τυπικό δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής εγκαταστάσεων δικτύων”» (13.6.2016).

Κάποιοι αγώνες δικαιώνονται. Μια απόφαση που ουδόλως σχολιάστηκε είναι του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) και του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) και αφορά το Μέγαρο του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων στην οδό Βουλής 8-10. Μαζί, όμως, με το κτίριο αποφασίστηκε να κηρυχθούν διατηρητέα η στοά και δύο καταστήματα ως χρήση και ως εξοπλισμός. Προφανώς, επειδή «το “Αριστον” είναι ο πρώτος φούρνος που έφερε στην Αθήνα από την Κωνσταντινούπολη τις τυρόπιτες κουρού (“ξερές”)... και το ωρολογοποιείον του Σιδερή είχε εγκαταστήσει το ρολόι της Σχολής Ευελπίδων, της Παναγίας της Τήνου και πολλών ακόμη εκκλησιών...» («Κ», 5.1.2018). Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι πλέον θα χρειάζεται άδεια της αρχαιολογικής υπηρεσίας ακόμη και να διορθωθεί το «τυρόπητες» της ταμπέλας ενός καταστήματος σε «τυρόπιτες». Είναι ότι οι επιχειρήσεις, αν δεν εκσυγχρονίζονται συνεχώς, πεθαίνουν. Ή επιδοτούνται...

Είναι μεγάλο και σύνθετο το ερώτημα «τι αξίζει να σωθεί». Το πρόβλημα, όμως, της χώρας που χαντακώθηκε από την αντιπαροχή, είναι ότι περνά στο άλλο άκρο. Από το τίποτε δεν αξίζει να σωθεί, περνά στον συντηρητισμό ότι τίποτε δεν πρέπει να αλλάξει. Θα το πληρώσουμε και αυτό. Απλώς δεν ξέρουμε τι κοστίζει πιο πολύ...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 4.3.2018