Των νεοελληνικών ημών εμπιπραμένων

on . Posted in Πολιτισμός

Κάθε γλώσσα είναι ένας κόσμος, και χαρά σε όποιον μπορεί να τον επισκεφθεί. Εμπεριέχει έννοιες που ούτε καν φανταζόμαστε, ονομασίες πραγμάτων που δεν υπάρχουν ή δεν χρειαζόμαστε στον καθημερινό μας βίο. Κάθε ζωντανή γλώσσα διαμορφώνεται ανάλογα με τις ανάγκες του πληθυσμού που την ομιλεί. Χρησιμοποιεί όσες λέξεις χρειάζεται. Οι ορεσίβιοι είχαν τριάντα λέξεις για διάφορους τύπους αιγοπροβάτων, οι θαλασσινοί δέκα τουλάχιστον μόνο για τους σαργούς. Oμως ένας θαλασσινός που ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά τις ονομασίες των τυριών της Ηπείρου και δεν είχε λέξεις για τους αέρηδες το πιθανότερο θα ήταν να θαλασσοπνιγεί και να πάει ο λεκτικός του πλούτος χαμένος.

Υπό την έννοια αυτή όσες περισσότερες γλώσσες μαθαίνει ένα παιδί τόσους περισσότερους ορίζοντες ανοίγει. Μακάρι να είχαμε οκτώ ζωές να μαθαίναμε ακόμη και τη σανσκριτική· κάτι θα μας έμενε. Μόνο που ο χρόνος είναι περιορισμένος και (χειρότερα) η παγκόσμια γνώση παράγεται πλέον με εκθετικούς ρυθμούς. Μόνο στο Διαδίκτυο παράγονται μερικές εκατοντάδες λέξεις την ημέρα και μπορεί να μην είναι οι εύηχες όσο του Ομήρου, αλλά είναι οι αέρηδες της νέας εποχής από τους οποίους μπορεί να θαλασσοπνιγούν τα παιδιά μας. Ο κόσμος προχωράει μπροστά, και στην Ελλάδα ακόμη συζητάμε αν πρέπει το «όπισθεν ολοταχώς» να γίνει υποχρεωτικό.

Σε έναν «άλλον κόσμο (που κατά κάποιους, από τα Δεξιά αυτήν τη φορά) είναι εφικτός» τα παιδιά έχουν άπλετο χρόνο για να μαθαίνουν το συντακτικό και τη γραμματική μιας νεκρής γλώσσας, να μη μισούν τη διαδικασία και να κατανοούν τα αιώνια μηνύματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Παραλλήλως θα μαθαίνουν μαθηματικά, φυσική, χημεία, φιλοσοφία, πολιτική οικονομία, τέχνες, θρησκευτικά (φυσικά!), θα γυμνάζονται, θα ψυχαγωγούνται κ.λπ. Πόσες ώρες έχει το 24ωρο ενός παιδιού; Δεν θα ήταν πιο πρακτικό τις τρεις ώρες των αρχαίων από το πρωτότυπο κείμενο να τις αφιερώνουν στο μεταφρασμένο, ώστε να μάθουν περισσότερα από κάποια τσιτάτα στην αρχαιοελληνική; Βεβαίως, το μεταφρασμένο πάντα θα υπολείπεται του πρωτότυπου, αλλά το ίδιο ισχύει και για τις καλύτερες μεταφράσεις του Σαίξπηρ. Ο,τι και να κάνουμε δεν μπορούν να μεταδώσουν τη μαγεία της μεσαιωνικής αγγλικής.

Είναι πολλοί εκείνοι που ανησυχούν για τη γλώσσα και δικαίως ισχυρίζονται ότι αυτή γίνεται πιο πλούσια όταν οι νέοι γνωρίζουν τις τεχνικές λεπτομέρειες των παρελθουσών εκδοχών της. Μόνο που για να ζήσει μια μικρή γλώσσα, όπως η νεοελληνική, χρειάζεται οικονομικό πλεόνασμα να τη στηρίξει. Χρειάζεται μεταφράσεις των παγκόσμιων έργων, καλοπληρωμένους δασκάλους που να τη διδάσκουν, συνέδρια και σεμινάρια, κείμενα στο Διαδίκτυο (το μόνο μέρος που συχνάζουν οι νέοι) κ.λπ. Δεν επιζεί μια γλώσσα κρατώντας τα αρχαία τελετουργικά, ούτε εξαναγκάζοντας τα παιδιά να μαθαίνουν τη δοτική που δεν χρησιμοποιούν. Το μόνο που μαθαίνουν τελικώς είναι να μισούν και τη νεοελληνική, μαζί με τις προηγούμενες εκδοχές της. Μια συζήτηση με έναν νέο άνθρωπο μπορεί να πείσει...

Υπάρχει νοσταλγία για τότε που τα πράγματα ήταν αγνά, η γνώση λίγη και τα παιδιά μπορούσαν να απαγγείλουν τους τέσσερις, πέντε πρώτους στίχους του Ομήρου. Μόνο που αυτή η εποχή πέρασε και οι νέοι, πέρα από το να ξέρουν τον Ομηρο, πρέπει να ξέρουν καμιά δεκαριά τουλάχιστον εμβληματικές ερμηνείες του.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 8.6.2016