Αιρέσεις και λογοκρισία

on . Posted in Πολιτισμός

Είναι ίσως σημείο των καιρών, αλλά οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της απαγόρευσης του βιβλίου του κ. Κώστα Πλεύρη –το οποίο σημειωτέον βγήκε με ιδιωτικά λεφτά– είναι και οι πιο σφοδροί πολέμιοι της «λογοκρισίας» που έκανε από μόνο του το Εθνικό κατεβάζοντας την παράσταση με κείμενα του κ. Σάββα Ξηρού, επειδή κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτή την επιλογή. Θα μου πείτε: «Ναι, αλλά ο Πλεύρης λέει ψέματα για τους Εβραίους». Σωστά, αλλά πάλι, από πού ξέρουμε ότι ο Ξηρός λέει την αλήθεια; Επειδή ομολόγησε ότι ψευδόταν επί έτη, ακόμη και στους οικείους του, για το καλό της «επανάστασης»; Υπό ποία λογική δεν είναι λογοκρισία η απαγόρευση ενός πραγματικά κακού βιβλίου, αλλά είναι η απλή διαμαρτυρία για το ανέβασμα μιας παράστασης;

Επειδή τα αυτονόητα σ’ αυτήν τη χώρα χρειάζονται περαιτέρω εξήγηση, πρέπει να ξεχωρίσουμε τη λογοκρισία, από τη «λογοκρισία» στο Εθνικό. Λογοκρισία έχουμε όταν διά της βίας (κρατικής ή παράνομης) απαγορεύεται να προβληθεί ένα έργο, να δημοσιευτεί ένα άρθρο, να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο. Δεν έχουμε όταν κάποιοι διαμαρτύρονται διότι με τα λεφτά τους ανεβαίνουν έργα τα οποία οι φορολογούμενοι δεν θέλουν· να σημειώσουμε ότι όλοι οι πολίτες είναι, έστω διά του ΦΠΑ, φορολογούμενοι. Οι «Ως Εδώ», άνθρωποι που έχασαν τους δικούς τους από το δολοφονικό αμόκ της «17 Νοέμβρη», δεν ζήτησαν το κατέβασμα του έργου. Εξέφρασαν απλώς την οργή τους για την πρωτοβουλία του Εθνικού. Δεν έκαναν καν πικετοφορία έξω από το Εθνικό Θέατρο και –φυσικά– δεν ξεκίνησαν «δυναμικές ενέργειες», όπως συνηθίζει ο περίγυρος των τρομοκρατών. Να σημειώσουμε ότι το 2008 ένας καθηγητής Ψυχιατρικής κατέληξε στο νοσοκομείο έπειτα από άγριο ξυλοδαρμό σε εκδήλωση, επειδή τα γνωστά sites τον αποκαλούσαν «ρουφιάνο ανακριτή του Ξηρού». Ναι μεν ο εν λόγω καθηγητής δεν έκανε «τέχνη», αλλά δεν μπόρεσε επίσης να μιλήσει στην εκδήλωση της ΔΑΠ, επειδή οι «φίλοι του Σάββα» έκριναν δυναμικώς ότι έπρεπε να λογοκριθεί. Να θυμηθούμε επίσης ότι το 2009 μια ομάδα κουκουλοφόρων έκανε γυαλιά-καρφιά το Από Μηχανής Θέατρο επειδή δεν τους άρεσε ο τρόπος που απέδωσε την ιστορία της κ. Κούνεβα ο συγγραφέας Μισέλ Φάις.

Αυτά τα περιστατικά, όπως και η ελεεινή επίθεση χρυσαυγιτών με ύβρεις και πέτρες στην παράσταση «Corpus Christi», είχαν –πλην του κυρίαρχου στοιχείου της βίας– και ένα επιπλέον χαρακτηριστικό. Στρέφονταν ενάντια σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες και όχι σε κρατική, όπως η «Ισορροπία του Nash» που ανέβασε με κείμενα του Σάββα Ξηρού το Εθνικό Θέατρο. Φυσικά, δεν υπονοούμε ότι η άσκηση βίας θα ήταν θεμιτή απέναντι στο Εθνικό, αλλά εδώ η συζήτηση τείνει να καταλήξει ότι ακόμη και η διαμαρτυρία για ένα έργο που πληρώνουν οι φορολογούμενοι, είναι άσκηση λογοκρισίας.

Για να συνεννοηθούμε, λοιπόν, πρέπει να οριοθετήσουμε τη λογοκρισία σε αυτό που είναι: άσκηση βίας (κρατική απαγόρευση ή χουλιγκανική «παρέμβαση») για να αποσιωπηθεί κάτι. Δεν αποτελεί λογοκρισία η διαμαρτυρία γι’ αυτό που λέγεται. Η διαμαρτυρία είναι μέρος του διαλόγου. Αν θεωρήσουμε ότι η διαμαρτυρία λογοκρίνει, τότε αυτό ισχύει και για τους επικριτές των διαμαρτυρομένων και θα καταλήξουμε σε φαύλο κύκλο.

Πολλοί ισχυρίζονται πως ακόμη και η κρατικά επιδοτούμενη τέχνη δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις ευαισθησίες της κοινωνίας για τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Δεν γνωρίζουμε το δέον, αλλά το γεγονός ότι η παράσταση του Εθνικού κατέβηκε έπειτα από διαμαρτυρίες και κατόπιν ξανανέβηκε έπειτα από άλλες διαμαρτυρίες, δείχνει τοις πράγμασι ότι τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Καλώς ή κακώς, υπάρχει ένα άρρητο συμβόλαιο μεταξύ χορηγού (ιδιώτης ή κράτος) και καλλιτέχνη, που περιορίζει την ελευθερία του καλλιτέχνη. Αυτό το συμβόλαιο η λαϊκή θυμοσοφία το περιέγραψε ως «θέλοντας ο βλάχος, μη θέλοντας ο ζωγράφος, βάλανε στον Χριστό κόκκινα τσαρούχια». Και βεβαίως σε μια δημοκρατική κοινωνία θα πρέπει κάποιος να μπορεί να απεικονίσει τον Ιησού, όσο αιρετικά θέλει, αλλά όταν αναλαμβάνει την εικονογράφηση π.χ. ενός ναού, ο χορηγός, δηλαδή η εκκλησία, καλώς ή κακώς έχει λόγο στο τελικό αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι κάποιες παραστάσεις πάνε άπατες, δεν σημαίνει ότι «λογοκρίνονται» από το κοινό, επειδή οι πολίτες δεν τις χορηγούν με το εισιτήριό τους. Μπορεί στο μέλλον να αποδειχθεί ότι κακώς το έργο δεν προτιμήθηκε, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε λογοκρισία. Από την άλλη πλευρά, πώς θα φαινόταν εάν το Εθνικό ανέβαζε μια «συνομιλία» μεταξύ της απολογίας του Σωκράτη και του δολοφόνου του Παύλου Φύσσα; Δεν θα εξεγείρονταν και δικαιολογημένα τα δημοκρατικά ανακλαστικά του ελληνικού λαού;

Εδώ κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: «Και τι θα γίνει με τα αιρετικά έργα, όπως η σύνθεση που ανέβασε στο Εθνικό με κείμενα Καμύ και Ξηρού η κ. Πηγή Δημητρακοπούλου;». Κατ’ αρχάς, πρέπει να πούμε: σιγά την αίρεση! Δεν πήξαμε, δα, και στα έργα που απεικονίζουν το τραύμα της απώλειας που άφησαν πίσω τους οι δολοφόνοι της «17 Νοέμβρη», ώστε να αποτελεί αίρεση ένα έργο που απεικονίζει το τραύμα του θύτη. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει καλλιτεχνικό έργο που να πραγματεύεται τον πόνο εκείνων που έχασαν γιο, πατέρα, σύζυγο αδελφό κ.λπ. Βεβαίως, αν ανέβαινε ένα τέτοιο έργο, τότε θα βλέπαμε πώς είναι η πραγματική λογοκρισία από τους κουκουλοφόρους φίλους της τρομοκρατίας.

Οπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα στην Ελλάδα, αιρετικό και πρωτοποριακό θα ήταν να ανέβαινε μια παράσταση για τα θύματα του Ξηρού. Αυτό θα ήταν κόντρα στις κατεστημένες αντιλήψεις της μεταπολίτευσης, που τις εξέφρασε –προσφάτως μάλιστα– ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μάκης Μπαλαούρας: «Οργανώσεις όπως η 17Ν είχαν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου» (ΒήμαFM 29.1.2016) ή τη λαϊκή πεποίθηση ότι «για να τους σκοτώσει η “17 Νοέμβρη” κάτι θα έκαναν». Εκεί θα φαινόταν πόσα απίδια χωράει η σκηνή του Πειραματικού, αφού θα ήταν απέναντι και στην εκτελεστική εξουσία (που σήμερα ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ) και απέναντι στα τάγματα εφόδου των φίλων της «17 Νοέμβρη», αλλά και απέναντι στην κατεστημένη ανάγνωση της μεταπολίτευσης, που ακόμη λέει, «ναι, αυτοί σκότωναν καμιά τριανταριά, αλλά το χειρότερο έγκλημα ήταν η πορτοκαλάδα στον Ξηρό».

Γράφαμε και παλιότερα ότι «υπάρχει μια θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ επιδότησης και πρωτοποριακής τέχνης, αντίφαση η οποία εδράζεται στον δημοκρατικό κανόνα. Σε μια κοινωνία ο προϋπολογισμός του κράτους πρέπει να αποτυπώνει τη θέληση της πλειονότητας των πολιτών για τις ποικίλες δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τον κοινό μας κορβανά. Ομως, η αληθινά πρωτοποριακή τέχνη δεν θα χρηματοδοτηθεί ποτέ από τον προϋπολογισμό, ακριβώς επειδή είναι αιρετική. Στρέφεται εναντίον των κατεστημένων αντιλήψεων. Ενοχλεί την πλειονότητα, η οποία έχει το δημοκρατικό δικαίωμα να ορίζει σε τι θα διατεθούν τα λεφτά της... Το κράτος επιδοτεί τις ψευδοπρωτοπορίες, εκείνους δηλαδή που δεν έχουν κάτι αιρετικό να πουν, αλλά επαναλαμβάνουν τις κατεστημένες αντιλήψεις ανακατεύοντας απλώς τη φόρμα» («Τέχνες και επιδοτήσεις», «Καθημερινή» 4.11.2006).

Δεν ξέρουμε πόσο ενδιαφέρον ήταν το ανακάτεμα της φόρμας με τον «διάλογο» Καμύ-Ξηρού, αλλά επί της ουσίας δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια επανάληψη των κατεστημένων αντιλήψεων της μεταπολίτευσης. Ακόμη και το άλλοθι –επωδός– του έργου, «Καμιά ιδέα δεν μπορεί να δικαιολογήσει εγκλήματα εναντίον της ανθρώπινης ζωής», απέχει μακράν της πρωτοτυπίας...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 7.2.2016