Η ιδιωτικοποίηση δημόσιων χώρων

on . Posted in Πολιτισμός

Κι αν αυτά τα καλόπαιδα, που μαύρισαν τη μια όψη του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, θέλουν να μουτζουρώσουν και την υπόλοιπη Αθήνα, τι κάνουμε; Αν θέλουν να εκτονωθούν καλλιτεχνικώς και πάνω στον Παρθενώνα –να καταστρέψουν, βρε αδελφέ, το ψευδεπίγραφο γκρίζο της αρχαιότητας!– δεν πρέπει να έχουν το δικαίωμα να «χρωματίσουν» τα μνημεία; Πού τελειώνει η «ελευθερία έκφρασής» τους και πού αρχίζει η επιλογή των άλλων που προτιμούσαν γκρίζο το ΕΜΠ; Ναι, ξέρουμε! Οι τελευταίοι είναι συντηρητικοί, κακομούτσουνοι, μπορεί και –θου Κύριε...– νεοφιλελεύθεροι. Αλλά αυτοί δεν πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου για την αισθητική της πόλης; Βρισκόμαστε υπό το έλεος κάποιας «δικτατορίας της πρωτοπορίας», όπου καλά θα κάνουν οι συντηρητικοί και μετρημένοι να το βουλώσουν και να ανεχθούν όλες –εκτός από τις τοιχογραφίες– τις άθλιες κουτσουλιές που συνοψίζονται ως «τάγκινγκ»;

Στην Ελλάδα μπερδέψαμε πολλά, κυρίως σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη. Είναι διάφοροι, με πρώτο το ΚΚΕ, που διαλαλούν ότι η τοιχογράφηση ενός μηνύματος σε δημόσιους και ιδιωτικούς τοίχους δεν μπορεί να περιοριστεί επειδή είναι έκφραση. Προ ετών κάποιοι νεοναζί στη Γερμανία χάραξαν με σουγιά έναν αγκυλωτό σταυρό στο μέτωπο μιας Ελληνίδας μετανάστριας. Πολιτικό μήνυμα –έστω κι απεχθές– ήθελαν να περάσουν κι αυτοί. Μήπως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα του ΚΚΕ για την υπεράσπισή τους; Κι άντε· ο σουγιάς παραείναι αιματηρός. Γιατί να μην πάρουν κάποιοι έναν κόκκινο ανεξίτηλο μαρκαδόρο και να γράφουν στα μέτωπα των περαστικών τα τρία τιμημένα γράμματα; Το μυαλό θα τους εμποδίσει ή η νομοθεσία του αστικού κράτους; Πολιτικό μήνυμα, και μάλιστα ισχυρό, θα είναι να κυκλοφορούν χιλιάδες με το αρκτικόλεξο ΚΚΕ στο μέτωπό τους.

Η αισθητική ρύπανση έχει ρίζες και ιστορία, κάτι που παράγει γελοίες δικαιολογίες. Κάθε φορά που μπαίνει το ζήτημα του περιορισμού της γραφής με σπρέι στους τοίχους, κάποιοι λένε ότι «αυτά τα έκανε και η χούντα». Εδώ πρέπει κατ’ αρχάς να επισημάνουμε ότι επί δικτατορίας υπήρχε και Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Ουδείς υποστηρίζει ότι πρέπει να καταργηθεί τώρα επειδή «αυτά τα έκανε και η χούντα». Το «ουδείς» είναι σχήμα λόγου: όλο και κάποιος μεταμοντέρνος αριστερός θα έχει επιχειρηματολογήσει για τα αγαθά της «δημιουργικής ασάφειας στην κυκλοφορία των αυτοκινήτων».

Οπως και να έχει το πράγμα όμως, από τη στιγμή που σε κάποιον απαγορεύεται να πει δημόσια «ΚΚΕ, το κόμμα σου λαέ», τότε αυτός έχει κάθε ηθικό δικαίωμα να το γράψει σε τοίχο. Η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμελιώδες δικαίωμα και συνεπώς υπερτερεί του δικαιώματος των υπολοίπων να έχουν καθαρούς τοίχους. Είναι κατ’ επιταγήν του άρθρου 120 του Συντάγματος που θέλει τους Ελληνες να «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία».

Σε περιόδους Δημοκρατίας, όμως, όταν ο καθένας μπορεί ελεύθερα να πει το κοντό και το μακρύ του και έχει όλα τα μέσα να διασπείρει το μήνυμά του, το μουντζούρωμα ιδιωτικών τοίχων ή η καταστροφή της δημόσιας αισθητικής είναι ανεπίτρεπτη. Η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία της τέχνης είναι απεριόριστες, από τη στιγμή που κάποιος χρησιμοποιεί τα δικά του μέσα για να εκφραστεί.

Για να το πούμε αλλιώς, μπας και συγκινηθούν οι «επαναστάτες»: η τοιχογράφηση είναι ντε φάκτο ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου. Μια δράκα ανθρώπων –ακόμη κι αν θεωρηθεί (τρέχα γύρευε, αν είναι...) συλλογικότητα– δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλει τη δική της αισθητική στον δημόσιο χώρο. Αυτό μπορεί να γίνει συντεταγμένα: με άδεια από τη δημοκρατικά εκλεγμένη δημοτική αρχή, η οποία αναλαμβάνει και το πολιτικό κόστος ή όφελος των επιλογών της.

Και αυτή η ιδιωτικοποίηση δεν γίνεται μόνο από «συλλογικότητες». Γράφαμε και παλιότερα ότι «δεν είναι μόνο οι πολιτικές κουρελαρίες που πληγώνουν την αισθητική των πόλεων. Ολα τα κτίρια μοιάζουν να έχουν ιλαρά· στους τοίχους υπάρχουν χιλιάδες μικρά κόκκινα χαρτάκια με αριθμούς τηλεφώνων κλειδαράδων, υδραυλικών, μπογιατζήδων και συναφών επαγγελμάτων. Τα “Ενοικιάζεται” και “Πωλείται” είναι μια καινούργια μάστιγα. Παλιότερα αυτές οι αντιαισθητικές λωρίδες χαρτιού έμπαιναν με σελοτέιπ μόνο στα προς ενοικίαση ή πώληση οικήματα. Τώρα έγιναν αυτοκόλλητα και στοιβάζονται σε κάθε κολώνα και σε κάθε ΚΑΦΑΟ των πόλεων. Οι οργανωμένοι οπαδοί, από την άλλη, έχουν την ανάγκη να κρύβουν τις ταμπέλες της Τροχαίας με τα αυτοκόλλητα των ομάδων τους. Τα φροντιστήρια χρησιμοποιούν τους τοίχους για να διαφημίσουν τη δική τους πραμάτεια, ενισχύοντας την κουρελαρία στους τοίχους αφού αφήνουν χάρτινα κρόσσια με τα τηλέφωνά τους στο κάτω μέρος της αφίσας τους. Πιτσαρίες, επιπλάδικα, θέατρα –και γενικώς όποιος προλαβαίνει–, ακόμη και ιεροί ναοί που διαφημίζουν τα πανηγύρια τους ρυπαίνουν τους τοίχους. Το σκηνικό τύπου Χάρλεμ συμπληρώνεται από ακατανόητα γκράφιτι, η νέα μόδα στο πλαίσιο της “ελεύθερης έκφρασης” της νεολαίας». («Καθημερινή» 18.9.2009).

Είναι γνωστό ότι σε κάποιους προστατευμένους οικισμούς ουδείς μπορεί να χτίσει εκτός προδιαγραφών και με ό,τι υλικά θέλει. Η αισθητική της περιοχής θεωρείται δημόσια περιουσία και ουδείς μπορεί να την καταπατήσει, βάζοντας π.χ. αλουμίνια στα παράθυρα και τσιμεντόλιθους για τοίχο, ακόμη κι αν το βαφτίσει «εικαστική παρέμβαση στη “φασιστική” ομοιομορφία του λιθόχτιστου». Ετσι και στην όψη των πόλεων ουδείς έχει περισσότερο δικαίωμα από τους άλλους να αφήσει την αισθητική του. Ακόμη κι αν αυτός είναι ο Πάμπλο Πικάσο ή –συνηθέστερα– θεωρεί τον εαυτό του Πικάσο. Οπως δεν μπορεί να μπουκάρει στο σπίτι τρίτου για να του αφήσει στον τοίχο κάποιο «έργο τέχνης», κατά τον ίδιο τρόπο οι αυτόκλητοι Πικάσο των δρόμων δεν μπορούν χωρίς άδεια των υπολοίπων να καταπατούν τη δημόσια περιουσία.

Μπορεί να φανεί περίεργο, αλλά αυτό το σκεπτικό ασπάζονται και κάποιες εκδοχές της Αριστεράς, αλλά μόνο για να ψέξουν τους Atenistas για τις δικές τους εικαστικές παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο. Το θέμα τέθηκε από μια παρέμβαση των Atenistas στο Κολωνάκι. Οπως έγραφε η κ. Εφη Γιαννοπούλου («Λαός και Κολωνάκι ή... τα όρια των Atenistas» Unfollow 18.11.2013): «Αν οι κάτοικοι του Κολωνού δεν αναγνωρίζουν στον εαυτό τους (και δεν τους αναγνωρίζεται κεντρικά) το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη γειτονιά τους και δέχονται τον πολιτιστικό παρεμβατισμό των χαρούμενων ακτιβιστών ως αναβάθμιση της δικής τους ένδειας, οι κάτοικοι του Κολωνακίου δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Το “ατόπημα” της Μαρασλή αφορά τον δημόσιο χώρο ακριβώς όπως τον αφορούν και οι παρεμβάσεις των Atenistas στον Κολωνό, στη Φυλής ή στο Παγκράτι. Παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν τον δημόσιο χώρο όπως το σαλονάκι του σπιτιού τους. Ως πεδίο άσκησης ενός άνωθεν εξωραϊσμού. Δεν είναι τυχαία και η επιχειρηματολογία των ίδιων και των υποστηρικτών τους: “Στην Ελλάδα φροντίζουμε τον ιδιωτικό χώρο, το σπίτι μας, την αυλή μας, αδιαφορούμε όμως για τον δημόσιο”. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι αυτό είναι αληθές, η εξομοίωση του δημόσιου με τον ιδιωτικό χώρο είναι μια πράξη που εγγράφεται στη σφαίρα του πολιτικού, και μάλιστα με αρκετά δυσάρεστες συνδηλώσεις».

Ελλοχεύει βεβαίως πάντοτε ο κίνδυνος της «χαμένης τέχνης». Είναι αρκετές τοιχογραφίες της πόλης που πραγματικά αξίζουν· αναδεικνύουν και το γκρίζο τοπίο της πόλης και τους καλλιτέχνες. Αλλά τα πραγματικά έργα θέλουν χρόνο, ησυχία ακόμη και σκαλωσιές να γίνουν. Δεν παράγονται σε συνθήκες παρανομίας. Εκεί ρόλο θετικό πρέπει να παίξουν οι δήμοι που θα ορίσουν τις επιφάνειες για τους καλλιτέχνες. Ετσι και οι πόλεις θα ομορφύνουν και η χρήση του δημόσιου χώρου θα γίνεται με δημοκρατική νομιμοποίηση. Είναι δύσκολο να το πετύχουμε;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.3.2015