Τέχνες και επιδοτήσεις

on . Posted in Πολιτισμός

Kανείς δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ποια τέχνη αξίζει να προαχθεί. Η ιστορία του πολιτισμού είναι γεμάτη συγκρούσεις πρωτοποριακών καλλιτεχνών με στενόμυαλους πάτρονες των τεχνών. Οι πρώτοι βρέθηκαν μπροστά σε τείχη άγνοιας και προκατάληψης, για να αποδειχθούν τελικά επαναστάτες οι οποίοι άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

Αυτές οι «ιστορίες επιτυχίας» είναι ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της επιδότησης των καλών τεχνών: κάπου εκεί μέσα στους χιλιάδες δημιουργούς που περιφέρονται στα μπιστρό των Παρισίων ή στα καφενεία των Εξαρχείων κρύβεται ένας Πικάσο, ή ένας Μπέκετ, καλλιτέχνες οι οποίοι χωρίς την βοήθεια των φορολογουμένων θα πάνε χαμένοι.

Είναι πιθανόν να έχουν έτσι τα πράγματα, αλλά πιθανότερο είναι το αντίθετο. Κατ' αρχήν το επιχείρημα βασίζεται στις λίγες «ιστορίες επιτυχίας» που θυμόμαστε και αποσιωπά τις χιλιάδες «ιστορίες αποτυχίας» που είναι ο κανόνας στην τέχνη. Κατά δεύτερον ο Πικάσο και ο Μπέκετ δεν στηρίχτηκαν σε κανένα κρατικό κορβανά για να δημιουργήσουν. Και ίσως γι' αυτό τον λόγο έφτιαξαν έργα τέτοιας έντασης. Οι επιδοτήσεις επαναπαύουν. Χειρότερα: αποξενώνουν την τέχνη από κάθε κοινωνική αναφορά. Ενας επιδοτούμενος καλλιτέχνης ξέρει ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να τα έχει καλά με εκείνους που κρατούν τα κλειδιά του θησαυροφυλακίου. Δεν θα παλέψει να κοινωνικοποιήσει το έργο του. Του αρκεί η κρατικοποίησή του. Οπως έλεγαν και στην αλήστου μνήμης ΕΣΣΔ, «η διαφορά μεταξύ του νατουραλισμού, του ιμπρεσιονισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι η εξής: Οι νατουραλιστές ζωγραφίζουν ό,τι βλέπουν, οι ιμπρεσιονιστές ό,τι αισθάνονται και οι σοσιαλρεαλιστές ό,τι τους λένε.»

Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ επιδότησης και πρωτοποριακής τέχνης, αντίφαση η οποία εδράζεται στον δημοκρατικό κανόνα. Σε μια κοινωνία ο προϋπολογισμός του κράτους πρέπει να αποτυπώνει τη θέληση της πλειονότητας των πολιτών για τις ποίκιλες δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τον κοινό μας κορβανά.

Ομως, η αληθινά πρωτοποριακή τέχνη δεν θα χρηματοδοτηθεί ποτέ από τον προϋπολογισμό ακριβώς επειδή είναι αιρετική. Στρέφεται εναντίον των κατεστημένων αντιλήψεων. Ενοχλεί την πλειονότητα, η οποία έχει το δημοκρατικό δικαίωμα να ορίζει σε τι θα διατεθούν τα λεφτά της.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν ουδέποτε το κράτος θα χρηματοδοτήσει την πραγματική πρωτοπορία. Συνήθως χρηματοδοτεί τους πρωτοπόρους, αφού έχουν παλέψει, έχουν νικήσει κι έχουν γίνει κατεστημένο. Παραφράζοντας τον Τζορτζ Μπέρναρντ Σο θα λέγαμε ότι οι επιδοτήσεις στην τέχνη «είναι ένα σωσίβιο που πετάνε σε ένα κολυμβητή, όταν αυτός φτάσει στην ακτή σώος».

Συνηθέστερα όμως το κράτος επιδοτεί τις ψευδοπρωτοπορίες, εκείνους δηλαδή που δεν έχουν κάτι αιρετικό να πουν, αλλά επαναλαμβάνουν τις κατεστημένες αντιλήψεις ανακατεύοντας απλώς την φόρμα. Ετσι όμως δημιουργείται μια διπλή παθογένεια. Κατ' αρχήν οι καλλιτέχνες οδηγούνται στους διαδρόμους των υπουργείων για να επιτύχουν την πολυπόθητη «στήριξη». Κι αυτό δεν είναι το χειρότερο. Επειδή η «στήριξη» δεν επιτρέπει στους καλλιτέχνες να πρωτοτυπήσουν στο περιεχόμενο, αυτοί στρεβλώνουν τη φόρμα για να επιτύχουν κάτι καινοφανές. Αποτέλεσμα; Η τέχνη γίνεται όλο και πιο ακατανόητη στο ευρύ κοινό, για χάρη του οποίου δίνονται οι επιδοτήσεις.

Οι κρατικές επιδοτήσεις έχουν νόημα μόνο στην προαγωγή των κλασικών τεχνών, εκείνων που αποτελούν πλέον κτήμα της ανθρωπότητας και έχουν εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Οι πρωτοπόροι δεν έχουν καμιά ελπίδα επιδότησης. Όπως πάντα θα παλεύουν μόνοι τους, βλέποντας τους φίλους των υπουργών ή τους τετριμμένους να παίρνουν τις επιδοτήσεις. Εκείνες που θεωρητικά δίνονται για να προαχθεί η πρωτοπορία.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 4.11.2006