Τέχνη, αγορά, κράτος κι ελευθερία

on . Posted in Πολιτισμός


Πριν τρία χρόνια είχαμε στην Ελλάδα ένα θλιβερό για την τέχνη συμβάν. Σε μια διοργάνωση σαν την σημερινή που περιελάμβανε και μια έκθεση ζωγραφικών έργων υπήρχε ένας πίνακας που θεωρήθηκε «βλάσφημος» για το 98% των Ελλήνων.

Δεν ξέρουμε αν το έργο του Βέλγου καλλιτέχνη Τερί Ντε Κορντιέρ ήταν πραγματικά βλάσφημο. Η βλασφημία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί με λογικό τρόπο. Ότι θεωρείται βλάσφημο για κάποιον είναι πρωτοποριακό για κάποιον άλλο.

Το έχρισαν όμως «βλάσφημο» διάφοροι εκ δεξιών φύλακες της ελληνοχριστιανικής ηθικής και με απόφαση του τότε υπουργού πολιτισμού κ. Ευάγγελου Βενιζέλου το έργο αποσύρθηκε.

Πολλοί βάφτισαν τότε την πράξη του κ. Βενιζέλου «λογοκρισία».

Ήταν όμως λογοκρισία;

Λογοκρισία θα ήταν αν απαγορεύαμε στον κ. Κορντιέρ να εκθέσει οπουδήποτε. Ο κ. Βενιζέλος απλώς απαγόρευσε στον Βέλγο ζωγράφο να εκθέσει σε ένα χώρο που επιδοτείται από τον ελληνικό λαό.

Δεύτερο παράδειγμα. Πριν μερικά χρόνια ξεκίνησε ένας ευρύτατος διάλογος στα ελληνικά ΜΜΕ για το αν και κατά πόσο το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο μπορεί να παρεμβαίνει (ακόμη και να διακόπτει) τα «ριάλιτι σόου» (τύπου «Μπιγκ Μπράδερ») που μετέδιδαν τότε τα ιδιωτικά κανάλια. Τότε κι αυτή η παρέμβαση θεωρήθηκε «κερκόπορτα στη λογοκρισία». Το επιχείρημα ήταν ότι αν οι ανεξάρτητες αρχές (που τότε τις μπέρδευαν με το κράτος) «λογοκρίνει μια έστω κακή εκπομπή» τότε το επόμενο βήμα θα είναι να λογοκρίνει και μια καλή. Κάθε τηλεοπτικό προϊόν ήταν έρμαιο στις ιδεοληψίες και τα καπρίτσια κάποιων συνταξιούχων δικαστών, που θα μπορούσαν να κόψουν την τηλεοπτική πραγματικότητα στα δικά τους συντηρητικά μέτρα. Προσοχή: όλοι θεωρούσαν τις εκπομπές χυδαίες, αλλά φοβόταν ότι μαζί με τα χυδαία θα καιγόταν στο μέλλον και τα μελλοντικά χλωρά.

Είναι λοιπόν οι παρεμβάσεις του ΕΣΡ «λογοκρισία»;

Από μια άποψη είναι. Οποιαδήποτε απαγόρευση μπορεί να θεωρηθεί λογοκρισία, ακόμη και η απαγόρευση της μετάδοσης της ταινίας «Το βαθύ λαρύγγι» την 6η απογευματινή.

Δυστυχώς η συζήτηση για αυτού του τύπου τις «λογοκριτικές παρεμβάσεις» περιορίζεται σε νεφελώματα περί ηθικής και προστασίας κάποιων άλλων αγαθών (όπως είναι η παιδικότητα, μέχρι και το θρησκευτικό φρόνημα των Ελλήνων).

Το πρόβλημα όμως είναι αλλού και μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση οποιονδήποτε πιστεύει στην ελευθερία της τέχνης.

Είναι θλιβερό να κατεβαίνει από μια έκθεση ένας πίνακας με το πρόσχημα της βλασφήμιας. Ακόμη κι αν αυτός δείχνει ένα πέος κι ένα σταυρό. Σέβομαι και θα παλέψω για το δικαίωμα του Τερί Ντε Κορντιέρ να ζωγραφίζει πέη με σταυρούς. Σέβομαι και θα παλέψω για το δικαίωμα του να τους εκθέτει. Μόνο που δεν θέλω και δεν μπορώ να υποχρεώσω την μητέρα μου να πληρώσει γι' αυτό. Θα είναι σα να της κλέβω χρήματα από το πορτοφόλι της για να αγοράσω τσιγάρα (κάτι που επίσης απεχθάνεται).

Πρέπει και μπορώ να την υποχρεώσω να ανεχθεί την δημιουργία που μου αρέσει σε μένα (ή την θεωρώ πρωτοποριακή ή οτιδήποτε άλλο) αλλά την ίδια προσβάλει, αλλά δεν πρέπει να την υποχρεώσω να πληρώσει γι' αυτή. Για τον απλό λόγο ότι η τέχνη είναι θέμα γούστου και ο καθένας πρέπει να πληρώνει τα δικά του γούστα.

Η φιλολογία περί πρωτοπορίας της τέχνης την οποία άπαντες πρέπει να χρηματοδοτήσουν γιατί έτσι θα προχωρήσει ο τόπος είναι κατ' αρχήν υπεροπτική. Λέει ότι: εγώ ξέρω προς τα που κινείται ο κόσμος (ξέρω ποια είναι η πρωτοπορία του) κι εσείς πρέπει να πληρώσετε για την άγνοιά σας. Εγώ είμαι ο φωτισμένος κι εσείς οι τυφλοί. Και όχι μόνο αυτό αλλά θα πληρώσετε για την τύφλα σας. Τηρουμένων των αναλογιών αυτή ήταν η λογική όλων των πρωτοποριών που κατέληξαν στον ολοκληρωτισμό. Ότι κάποιοι είναι περισσότερο φωτισμένοι από τους άλλους και οι άλλοι πρέπει να συρθούν στην φώτιση και να πληρώσουν γι' αυτή. Τηρουμένων των αναλογιών είπαμε...

Η πραγματικότητα, αλλά και η θεωρία λέει ότι όποιος πληρώνει μπορεί και να λογοκρίνει. Κι εδώ εδράζεται η μεγάλη αντίφαση του επιδοτούμενου από το κράτος πολιτισμού και της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Οτιδήποτε χρηματοδοτείται από ένα δημοκρατικό κράτος πρέπει να έχει την έγκριση της πλειοψηφίας. Αυτό λέει ο δημοκρατικός κανόνας. Βάζουμε ρεφενέ τον προϋπολογισμό για να πληρώσουμε κάποιες κοινές ανάγκες.

Από την άλλη η τέχνη χρειάζεται να τσακίζει τις κοινές πεποιθήσεις της πλειοψηφίας. Για αν είναι πρωτοποριακή πρέπει να είναι αιρετική. Πρέπει να ενοχλεί. Κάτι που είναι πραγματικά πρωτοποριακό ποτέ η πλειονότητα δεν θα το χρηματοδοτήσει. Κατακτήσαμε το γεγονός ότι δεν μπορεί να το αποσιωπήσει. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κατακτήσουμε την πολυτέλεια να το προωθήσει.

Στο δημοκρατικό κράτος η πλειοψηφία αποφασίζει πως θα διαθέσει τα χρήματά της. Αν την υποχρεώσουμε να επιδοτεί πράγματα που απεχθάνεται, τότε καταστρατηγούμε τον δημοκρατικό κανόνα.

Εξάλλου, το πιο επιδοτημένο καλλιτεχνικό κίνημα στην ιστορία ήταν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Ξέρετε τι έλεγαν γι' αυτόν στην αλήστου μνήμης Σοβιετική Ένωση: «Η διαφορά μεταξύ του νατουραλισμού, του ιμπρεσιονισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι η εξής: Οι νατουραλιστές ζωγραφίζουν ό,τι βλέπουν, οι ιμπρεσιονιστές ό,τι αισθάνονται και οι σοσιαλρεαλιστές ό,τι τους λένε.» Οι τελευταίοι είναι εκείνοι που ζούσαν εξ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τι μπορεί λοιπόν να κάνει το κράτος για την τέχνη και τον πολιτισμό;

Μεταξύ του κομουνιστικού «τα πάντα» και του ακραίου «τίποτε» υπάρχουν κάποια πράγματα που το κράτος νομιμοποιείται να κάνει στον πολιτισμό.

1. Μπορεί να επιδοτήσει τις κλασικές τέχνες. Αυτό είναι το εγκεκριμένο από την πλειονότητα κομμάτι του πολιτισμού. Με δεδομένη την υποχρέωση του κράτους να εκπαιδεύει διαρκώς τους πολίτες του, μια παράσταση του Σέξπιρ ή μια συναυλία με έργα Μότσαρτ μπορούν να θεωρηθούν ως μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας και να επιδοτηθούν.

2. Πρέπει να εκπαιδεύσει τους νέους στις τέχνες. Αντί να σκορπά χρήματα σε αμφιβόλου αξίας «πρωτοπορίες» μπορεί να ενσωματώσει και να ενισχύσει τα μαθήματα τεχνών στα σχολεία.

3. Αν πρέπει να επιδοτήσει την κατανάλωση έργων τέχνης, καλύτερα να το κάνει με κουπόνια. Αντί να επιδοτεί τον παραγωγό τέχνης, ας δώσει στους νέους «κουπόνια τέχνης» για να επιλέγουν αυτοί ποια παράσταση θα δούνε ή σε ποια συναυλία θα πάνε.

4. Πρέπει να δημιουργήσει τις υποδομές για να ανθίσουν οι τέχνες. Κυρίως να ενισχύσει τις υποδομές ελευθερίας. Αυτές δεν είναι πάντα δεδομένες. Η προστασία των έργων τέχνης από ιδεολογικά χαχόλους είναι υποχρέωση της Πολιτείας. Μην ξεχνάμε ότι σ' αυτήν εδώ την πόλη, στην Θεσσαλονίκη προ λίγων ετών έκαιγαν σε δημόσιο χώρο βιβλία.

5. Δημιουργία αγοράς τέχνης. Αυτό που γεννάται τώρα εδώ στην Θεσσαλονίκη (Σ.Σ.: το 1ο Balkan Performing Arts Market) είναι σημαντικό. Μακάρι να ζήσει, να μεγαλώσει και να ιδιωτικοποιηθεί.

«Και οι πρωτοπορίες», μπορεί να ρωτήσει κάποιος, «τι θα κάνουν; Πως θα ζήσουν και πως θα ανθίσουν;»

Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ζωή είναι δύσκολη. Ειδικά για τους πρωτοπόρους. Αν κοιτάξουμε την ιστορία θα δούμε ότι ποτέ καμιά πραγματική πρωτοπορία δεν επιδοτήθηκε. Όλες οι μεγάλες ιδέες πήγαν κόντρα στο ρεύμα. Πάλεψαν, κέρδισαν, έγιναν κατεστημένο και τελικά χρηματοδοτήθηκαν. Δυστυχώς έτσι γίνεται. Η πλειοψηφία δεν θα χρηματοδοτήσει ποτέ την πραγματική πρωτοπορία διότι ενοχλείται απ' αυτή. Το πολύ-πολύ να χρηματοδοτήσει ψευδοπρωτοπορίες, πράγματα που φαίνονται επαναστατικά, πράγματα που αλλάζουν την φόρμα και όχι την ουσία, πράγματα που δεν ταράζουν την μακαριότητά της. Κι αυτό κάνει.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν το επιχείρημα ότι η κρατική επιδότηση θα ενισχύσει τις πρωτοπορίες είναι έωλο. Η κρατική επιδότηση δεν κάνει καλό. Δυστυχώς δεν είναι καν ουδέτερη. Κάνει κακό. Μετατρέπει τους επαναστάτες σε επαίτες και ποντικούς των πολιτικών διαδρόμων για κάποιο κρατικό ξεροκόμματο. Δημιουργεί και πολλούς μεσάζοντες που καρπώνονται ένα μέρος αυτού του ξεροκόμματου.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Επειδή ακριβώς η πλειοψηφία δεν ανέχεται να χρηματοδοτεί τις πραγματικές πρωτοπορίες, οι πολιτικοί προϊστάμενοι μπαίνουν στην λογική χρηματοδότησης των ψευδοπρωτοποριών. Χρηματοδοτούν ανθρώπους που απλώς ασχολούνται με την φόρμα, ξεσπούν πάνω της, χωρίς να ανατρέπουν την ουσία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα έργα τα οποία αφενός δεν λένε τίποτε καινούργιο κι αφετέρου γίνονται όλο και πιο δυσπρόσιτα στον μέσο καταναλωτή τέχνης. Το αποτέλεσμα είναι πως αντί η κρατική επιδότηση να φέρνει όλο και περισσότερους ανθρώπους στην τέχνη, τους αποδιώχνει. Χειρότερα: επειδή δια της κρατικής επιδότησης υπάρχει μικρότερο ρίσκο και περισσότερο χρήμα στην παραγωγή ψευδοπρωτοποριακών έργων, πληθαίνουν αυτά σε βάρος άλλων τάσεων της τέχνης που θα μπορούσαν να αποδειχθούν πραγματικές πρωτοπορίες. Όταν επιδοτείς κάτι το πολλαπλασιάζεις. Και δυστυχώς αυτό φαίνεται αν είναι ο κανόνας σήμερα στην τέχνη.

Εισήγηση στο συνέδριο του «1ο Balkan Performing Arts Market». Θεσσαλονίκη 3.6.2006