Κατεδαφίσεις και ιστορία…

on . Posted in Πολιτισμός


Ο Βρετανός συγγραφέας Saki (Hector Hugh Munro) είχε γράψει κάποτε πως «οι Κρητικοί παράγουν περισσότερη ιστορία απ' όση μπορούν να καταναλώσουν». Διευρύνοντας τον συγκεκριμένο ορισμό μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες παράγουν περισσότερη ιστορία απ' όση μπορούν να κατεδαφίσουν. Ή νομίζουν ότι παράγουν περισσότερη ιστορία...

Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις στάθηκε μια επιστολή στην εφημερίδα «Το Βήμα», ενός κατοίκου του Αγρινίου ο οποίος κατήγγειλε τα εξής: «Οι καπναποθήκες Παναγοπούλου στο Αγρίνιο, λιθόκτιστο κτίριο της εποχής του Μεσοπολέμου (κατασκευάστηκε το 1926-28) και από τα μνημεία της πρόσφατης ιστορίας της πόλης, κινδυνεύουν άμεσα με κατεδάφιση! Οι νέοι ιδιοκτήτες του ιστορικού κτίσματος (που εκτός από χώρο επεξεργασίας καπνού απετέλεσε και φυλακή κατά την διάρκεια της Κατοχής) έχουν περιφράξει το χώρο και ήδη ξεκινούν οι εργασίες (...) Παρακαλώ να αναδείξετε το θέμα ώστε να σωθεί ένα σημαντικό τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς...»

Δεν γνωρίζω βέβαια πόσο σημαντικό τμήμα είναι οι καπναποθήκες Παναγόπουλου στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Με την ευρεία έννοια της κληρονομιάς, όλα σημαντικά είναι. Δεν γνωρίζω και την αρχιτεκτονική αξία των συγκεκριμένων καπναποθηκών. Όμως, από μια ερώτηση του κ. Π. Κουρουπλή τον περασμένο Οκτώβριο μάθαμε ότι το υπουργείο Πολιτισμού (δηλαδή όλοι εμείς οι φορολογούμενοι) έχει αγοράσει τις θαυμάσιες καπναποθήκες Παπαπέτρου 7.500 τ.μ. έναντι ενός δισεκατομμυρίου δραχμών. Μάλιστα, για να μετασκευασθούν σε πολυδύναμο Πολιτιστικό κέντρο θα δαπανήσουμε άλλα 3,2 δις δρχ. (χωρίς τις υπερβάσεις). Καλά έκαναν! Το οίκημα είναι θαυμάσιο και ο πολιτισμός στο Αγρίνιο θα αποκτήσει στέγη. Πιθανόν να χρειάζεται να γίνει το ίδιο και με τις καπναποθήκες Παναγόπουλου, αλλά...

Υπάρχει μια κοινή συνιστώσα κάθε φορά που τίθεται θέμα κατεδάφισης ενός παλιού οικήματος. Το ζήσαμε παλιότερα με το εργοστάσιο «Φιξ» στη Συγγρού (ακόμα ρημάζει) και πρόσφατα με τις εργατικές κατοικίες στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (θα συνεχίζουν να ρημάζουν εσαεί). Το ακούσαμε και με το Θέατρο των Αδελφών Καλουτά. Το τελευταίο επωλήθη από την κ. Καλουτά σε ιδιώτη και μόλις βγήκε η άδεια κατεδάφισης ο θεατρικός κόσμος (και η κ. Καλουτά) βγήκαν στα κανάλια για να καταγγείλουν την πολιτιστική καταστροφή, επειδή στο συγκεκριμένο χώρο εμφανίσθηκαν (αυτό είναι πραγματικότητα) μεγάλα ονόματα του θεάτρου.

Έχουμε λοιπόν το εξής παράδοξο. Εκτός των πόλεων δεν μπορούμε να χτίσουμε, διότι σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας τα πάντα είναι δάσος («άπαξ δάσος...») Εντός των πόλεων δεν μπορούμε επίσης να χτίσουμε διότι τα πάντα είναι παράδοση. Πως μπορούν λοιπόν να εκτονωθούν οι οικιστικές πιέσεις της χώρας; Προφανώς μόνο παράνομα και το παράνομο ευνοεί να καίγονται και τα μνημεία μαζί τις πανάσχημες πολυκατοικίες της Οδού Αλεξάνδρας.

Υπάρχει ένας διάχυτος συντηρητισμός σε ότι αφορά την οικοδομή στη χώρα. Αυτός αποτυπώνεται και νομοθετικά: Πλήθος νόμων και διαταγμάτων δεν επιτρέπουν σε κανένα να γκρεμίσει ή να χτίσει το παραμικρό. Όποιοι το κάνουν σίγουρα κάποια διάταξη κάποιου νόμου παραβαίνουν (αν δεν μας πιστεύετε παρακολουθήστε κάποια εκπομπή του κ. Μάκη Τριανταφυλλόπουλου. Με όποιο οίκημα κι αν ασχοληθεί -δημόσιο ή ιδιωτικό- κάποια παρανομία θα υπάρχει).

Ο εν λόγω συντηρητισμός είναι εν πολλοίς κατανοητός. Η χώρα έζησε το σοκ της αντιπαροχής και της αυθαίρετης δόμησης. Ξεπατώθηκε πολλή ομορφιά τα περασμένα χρόνια για να αντικατασταθεί με την ασχήμια της νεοελληνικής πολυκατοικίας. Μόνο που ήρθε ο καιρός να ξεπεράσουμε το σοκ. Να βάλουμε τα πράγματα κάτω να διασώσουμε ότι αξίζει να σωθεί και να εκτονώσουμε την κοινωνική πίεση για κατοικία. Είναι υπαρκτή αυτή η πίεση και μεταφράζεται με εξωφρενικές τιμές στην αγορά ακινήτων: δεν μπορεί ένα νιόπαντρο ζευγάρι να χρειάζεται τουλάχιστον 200.000 ευρώ για να αποκτήσει ένα διαμέρισμα. Η ασφυκτική αστυνόμευση της οικοδομής φέρνει διαφθορά και φτώχεια.

Η χώρα έζησε τρεις δεκαετίες την απόλυτη άρνηση του περιβάλλοντος. Τώρα (θεωρητικώς τουλάχιστον) έχει περάσει στην λατρεία του. Κάπου πρέπει να υπάρχει ο ίσος δρόμος και πρέπει να τον αναζητήσουμε...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 24.3.2004