Ψήφος υπέρ του παρελθόντος

on . Posted in Παγκοσμιοποίηση

Ε​​ίναι πολλά τα ζητήματα που ανακύπτουν από την εκρηκτική άνοδο του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική Γερμανία (AfD). Κατ’ αρχάς, η θεωρία που έλεγε ότι η ανεργία τρέφει τον φασισμό καταρρίπτεται. Τον Ιούλιο του 2017 (σύμφωνα με τη γερμανική στατιστική υπηρεσία, destatis.de) το ποσοστό όσων δεν είχαν δουλειά ήταν 3,7%· το χαμηλότερο από το 1990. Επίσης το 73% των ψηφοφόρων της AfD δήλωσε ότι είναι σε καλή ή πολύ καλή οικονομική κατάσταση.

Από την άλλη, τα παλιά πολιτικά τείχη καταρρέουν. Μπορεί οι ψηφοφόροι του δεξιού συνασπισμού CDU/CSU που προτίμησαν σε αυτές τις εκλογές το ακροδεξιό κόμμα να είναι διπλάσιοι από εκείνους του αριστερού De Linke (1.070.000 ψηφοφόροι, έναντι 430.000), αλλά η ένωση Χριστιανοδημοκρατών-Χριστιανοκοινωνιστών έχασε το 5,7% των ψήφων προς τα ακροδεξιά και η Ακρα Αριστερά το 11%. Οι προλετάριοι δεν ψήφισαν κομμουνιστικά: 10% αυτών προτίμησαν το De Linke έναντι 18% που ψήφισαν υπέρ της AfD. Τα μεγαλύτερα ποσοστά δε της AfD ήταν στην ανατολική Γερμανία, όπου εκτός από τα πολλά χρόνια κομμουνιστικής κατήχησης είχε και το χαμηλότερο ποσοστό εγκατάστασης προσφύγων και μεταναστών, σε σχέση με την υπόλοιπη Γερμανία. Τέλος, η AfD δεν είναι το τυπικό ακροδεξιό κόμμα. Η ηγέτις του, η 38χρονη οικονομολόγος Αλίς Βάιντελ, είναι πρώην στέλεχος της Goldman Sachs, ανοιχτά ομοφυλόφιλη και έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με την ασιατικής καταγωγής Σάρα Μποσάρντ και έχουν μαζί δύο παιδιά.

Ηταν λοιπόν το Ισλάμ που τρόμαξε το 13% των ψηφοφόρων για να ψηφίσουν την AfD, παρά το βάρος της ιστορίας και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δρακόντειοι νόμοι κατά των ναζιστικών κομμάτων; Ισως, αλλά πάλι το 2005 οι Γάλλοι ψήφισαν κατά του ευρωσυντάγματος φοβούμενοι τον ξανθό, καθολικό, Πολωνό υδραυλικό. Τους κατά κανόνα χριστιανούς Μεξικανούς φοβήθηκαν πολλοί ψηφοφόροι του Τραμπ. Την Ευρωπαϊκή Ενωση είχαν στο στόχαστρο οι Βρετανοί οπαδοί και παραπλανημένοι του Brexit. Γενικώς, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον δυτικό κόσμο. Ο φόβος. Οι πολίτες είναι τρομαγμένοι από τις μεταβολές και μπορεί κάθε επιμέρους φόβος να είναι παράλογος, οι φοβίες τους για το μέλλον είναι δικαιολογημένες. Αφενός δεν κατανοούν τις παγκόσμιες διεργασίες στην οικονομία, αφετέρου ξέρουν εμπειρικώς ότι η μέχρι στιγμής η παγκοσμιοποίηση δεν δούλεψε προς όφελός τους.

Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να έβγαλε από τη φτώχεια εκατομμύρια ανθρώπους στον πρώην Δεύτερο και Τρίτο Κόσμο, μπορεί να δημιούργησε εύρωστες οικονομικώς μεσαίες τάξεις στην Κίνα, στην Ινδία και αλλαχού, αλλά αυτό δεν λέει τίποτε στον μικρομεσαίο επιχειρηματία της Σαξονίας. Τα εισοδήματα των μεσαίων στρωμάτων στις δυτικές χώρες παρέμειναν στάσιμα και σε πολλές περιπτώσεις συρρικνώθηκαν. Οι λιγότερο ωφελημένοι την περίοδο 1998-2008 ήταν όσοι ανήκαν στη μεσαία τάξη της Δύσης. Και αυτά που απεικονίζονται στη μελέτη, που διεξήγαγαν για λογαριασμό της Παγκόσμιας Τράπεζας οι Branko Milanovic και Christoph Lakner, δεν είναι παρά ο μέσος όρος. Ολοι έχουν ένα συνάδελφο εργάτη που έμεινε άνεργος λόγω τεχνολογικών εξελίξεων στη ρομποτική, ένα μεσαίο στέλεχος επιχείρησης που η πληροφορική απαξίωσε την εργασία του, έναν καταστηματάρχη που έκλεισε από την πλημμύρα των φθηνών κινεζικών εισαγωγών· υπήρχαν και μεγαλοστελέχη τραπεζών που μπορεί να τα έκαναν όλα σωστά, αλλά τους πήρε στον λαιμό της η Lehman Brothers. Επόμενο είναι να φοβούνται άπαντες ότι έρχεται η σειρά τους. Οι εξελίξεις τρέχουν τόσο γρήγορα, που ακόμη και οι καλοί προτεστάντες –σε ό,τι αφορά το εργασιακό ήθος– δεν νιώθουν ασφαλείς. Μπορεί να γίνουν μετά κόπων και βασάνων οι καλύτεροι στη δουλειά τους, αλλά το πιθανότερο είναι η δουλειά τους να απαξιωθεί από ένα πέταγμα πεταλούδας σε κάποιο εργαστήριο του Τέξας ή από κάποια μανιφακτούρα στη Μαλαισία.

Οι άνθρωποι πλέον νιώθουν ανασφαλείς για το μέλλον, για ένα αύριο που δεν μπορούν να ελέγξουν, ούτε καν να προσαρμοστούν. Γράφαμε και παλιότερα ότι το μεγάλο ερώτημα των ημερών μας είναι: πόση αλλαγή μπορούν να χωνέψουν οι λαοί της οικουμένης; Ή, για να το βάλουμε με σουμπετεριανούς όρους, πόση «δημιουργική καταστροφή» μπορούν να αντέξουν οι άνθρωποι; Και δεν μιλάμε μόνο για τη δημιουργική καταστροφή υλικών υποδομών, στις οποίες αναφερόταν ο Γιόσεφ Σουμπέτερ. Ούτε για τον «αδιάκοπο κλονισμό όλων των κοινωνικών καταστάσεων», που έγραφε ο Καρλ Μαρξ.

Αναφερόμαστε στη δημιουργική καταστροφή δεξιοτήτων. Λένε πολλοί ότι σήμερα ένας νέος που μπαίνει στην αγορά εργασίας θα αλλάξει επτά φορές δουλειά μέχρι να βγει στη σύνταξη. Αυτό σημαίνει ότι οι δεξιότητές του θα καταστρέφονται και θα πρέπει να αναδημιουργούνται ανά πέντε ή έξι χρόνια. Και αν η τεχνολογία προχωρήσει ακόμη περισσότερο, αυτό σημαίνει ότι κάποιος θα πρέπει να αλλάζει δουλειά ανά τρία χρόνια; Ανά δύο; Θα πρέπει να αποκτά νέες δεξιότητες κάθε εξάμηνο; Πώς μπορούν να απορροφήσουν οι άνθρωποι, οι κοινωνίες τόσο ραγδαίες αλλαγές;

Επόμενο λοιπόν είναι αυτοί οι πολίτες να επιμένουν συντηρητικά, μήπως περισώσουν κάτι απ’ όσα έχουν, ή ακόμη και να στραφούν σε αντιδραστικά κόμματα, τα οποία υπόσχονται μια ανέφικτη επιστροφή σε ένα ψευδεπίγραφο παρελθόν. Και είναι ψευδεπίγραφο διότι η νοσταλγία είναι πάντα ελλειμματική μνήμη. Οσοι κηρύσσουν υπέρ του παρελθόντος θυμούνται μόνο τα λίγα καλά του και όχι τα πολλά άσχημά του. Ξεχνούν ότι οι σημερινοί φτωχοί έχουν περισσότερα αγαθά από όσα είχαν οι πλούσιοι πριν από εκατό χρόνια. Υπήρχαν ελάχιστα νοσοκομεία, λιγότερα σχολεία και οι άνθρωποι πέθαιναν στα πενήντα τους από «άγνωστες» τότε ασθένειες, οι οποίες σήμερα θεραπεύονται. Θυμούνται τις αλάνες των παιδικών τους χρόνων, αλλά ξεχνούν τις λάσπες που τους έπνιγαν. Nοσταλγούν τα όμορφα χαμόσπιτα, αλλά δεν μνημονεύουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι ξεπάγιαζαν μέσα σε αυτά. Στο πεδίο της μνήμης η νεωτερικότητα έχει από χέρι χαμένο το παιγνίδι. O αναστεναγμός «Aχ, εκείνα τα χρόνια τα παλιά...» κερδίζει χωρίς αντίπαλο. Ειδικά σε εποχές ραγδαίων αλλαγών που, επιπλέον, δεν βγάζουν νόημα, όπως η σημερινή.

Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι δυτικές κοινωνίες σήμερα είναι η άρνηση της νεωτερικότητας, ο φόβος για το μέλλον. Και αυτό είναι κάτι εντελώς νέο. Ο δυτικός άνθρωπος του 20ού αιώνα προσδοκούσε το μέλλον. Ακόμη και τα φριχτά φασιστικά-ναζιστικά, κομμουνιστικά καθεστώτα υπόσχονταν στους πολίτες ένα «καλύτερο αύριο», ασχέτως αν αυτό ήταν παράλογο και χρειαζόταν να χυθεί πολύ αίμα. Τώρα δεν κερδίζουν έδαφος οι δυστοπίες που είχαν αναφορά στο μέλλον, αλλά η ουτοπία ότι με κάποιον πολιτικό τρόπο μπορεί να γυρίσουμε στο παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 8.10.2017