Η σωτηρία του καπιταλισμού

on . Posted in Παγκοσμιοποίηση

Σ​​ήμερα ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις. Αυτό που ζούμε σε πολιτικό επίπεδο, δηλαδή η άνοδος του λαϊκισμού στη Δύση, δεν είναι παρά το εποικοδόμημα των τεκτονικών αλλαγών στην οικονομία της. Η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και το χάσμα των οικονομικών ανισοτήτων μέσα στις δυτικές κοινωνίες, δημιουργεί εύφορο έδαφος σε αντιδραστικές απόψεις, εκείνες που προπαγανδίζουν κάποια μαγική επιστροφή στο παρελθόν ως τη μόνη λύση για όλα τα προβλήματα και όλες τις ανησυχίες. «Η απειλή για τον καπιταλισμό», γράφει στο τελευταίο του βιβλίο ο καθηγητής του Μπέρκλεϊ και πρώην υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ (στην κυβέρνηση Κλίντον) Robert B. Reich, «δεν είναι πλέον ο κομμουνισμός ή ο φασισμός, αλλά η σταθερή υπονόμευση της εμπιστοσύνης που είναι αναγκαία για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη των σύγχρονων κοινωνιών. Οταν οι περισσότεροι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν ίσες ευκαιρίες για να επιτύχουν τους στόχους τους αρχίζει να καταρρέει το σιωπηρό κοινωνικό συμβόλαιο στο οποίο βασίζονται οι κοινωνίες για να υπάρχει εθελοντική συνεργασία».

Ο μόνος τρόπος για να ανακοπεί η αυτοκαταστροφή του καπιταλισμού, γράφει ο Robert B. Reich στο βιβλίο του «Καπιταλισμός για τους πολλούς, όχι για τους λίγους» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη), είναι να αλλάξουν οι βασικοί κανόνες του. Αυτοί «δεν είναι γραμμένοι πάνω σε πέτρα.

Γράφονται και εφαρμόζονται από τους ανθρώπους». Ο μόνος τρόπος για να σωθεί ο καπιταλισμός –γράφει– είναι να ξαναγίνει καπιταλισμός, δηλαδή ένα σύστημα που επιτρέπει στους ανθρώπους με καλές ιδέες να δουλέψουν σκληρά και να πετύχουν. Σήμερα αυτό χάνεται στις ΗΠΑ. Ο παλιός πλούτος προστατεύεται και το Αμερικανικό Ονειρο εκπνέει. Παλιά πλούσιοι ήταν επιχειρηματίες πρώτης γενιάς. «Το 2014 οι έξι στους δέκα πλουσιότερους Αμερικανούς ήταν κληρονόμοι παλαιότερων περιουσιών». Και δεν είναι μόνον αυτό. Την ίδια χρονιά, «οι έξι κληρονόμοι της WalMart είχαν περισσότερο πλούτο από το φτωχότερο 42% των Αμερικανών ενώ το 2007 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 30,5%.

Αυτό που άλλαξε δραματικά τα τελευταία χρόνια, ήταν ότι η πολιτική κουρσεύτηκε από το επιχειρηματικό χρήμα. «Ο καπιταλισμός», είπε σε μια συνέντευξή του ο Robert B. Reich, «είχε έναν μηχανισμό που τον έσωζε από τις υπερβολές του. Ονομάζεται Δημοκρατία». Αυτό χάνεται στις ΗΠΑ με τις μεγάλες ομάδες των λόμπι στην Ουάσιγκτον και τις χρηματοδοτήσεις των υποψηφίων από μεγάλα συμφέροντα, τα οποία τελικώς καταστρέφουν την ίδια τη φύση του καπιταλισμού. Δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με καπιταλισμό που στόχο έχει την παραγωγή νέου πλούτου, αλλά με συντεχνίες που επιχειρούν και καταφέρνουν τη νομοθετική προστασία του παλιού πλούτου.

Για τον καθηγητή του Μπέρκλεϊ η συζήτηση που γίνεται παντού και πάντα με το δίλημμα κράτος ή αγορά είναι ανόητη. «Δεν μπορεί να υπάρξει “ελεύθερη αγορά” χωρίς το κράτος», γράφει. «Η “ελεύθερη αγορά” δεν υπάρχει στη φύση, δεν υπάρχει έξω από το πλαίσιο του πολιτισμού. Ο ανταγωνισμός στη φύση είναι ανταγωνισμός για την επιβίωση, στον οποίο συνήθως επικρατεί ο μεγαλύτερος και ο δυνατότερος. Αντίθετα, ο πολιτισμός χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη κανόνων: οι κανόνες δημιουργούν αγορές και τα κράτη δημιουργούν τους κανόνες... Το κράτος δεν “εισβάλλει” στην “ελεύθερη αγορά”. Δημιουργεί την αγορά...».

Ο Robert B. Reich εξηγεί ότι για να υπάρξει ελεύθερη αγορά πρέπει να ληφθούν κάποιες πρωταρχικές αποφάσεις, οι οποίες θέτουν τους κανόνες του παιγνιδιού. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν:

1. Την ιδιοκτησία: τι μπορεί να κατέχει κάποιος.

2. Τα μονοπώλια: ποιος είναι ο επιτρεπτός βαθμός ισχύος στην αγορά.

3. Τις συμβάσεις: τι μπορεί να πωληθεί και να αγοραστεί και με ποιους όρους.

4. Τη χρεοκοπία: τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν μπορεί να πληρώσει.

5. Την επιβολή των κανόνων: πώς διασφαλίζεται ότι κανείς δεν θα παραβιάζει κάποιον από αυτούς τους κανόνες.

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα δεν είναι πλέον απλές, όπως ήταν κατά το παρελθόν. Η ιδιοκτησία, για παράδειγμα, ορίζεται όλο και περισσότερο από νομοθετήματα. Υπάρχει, για παράδειγμα, η πατέντα που έχει η Amazon για «ηλεκτρονική αγορά προϊόντων με ένα κλικ». Αυτό που μοιάζει φυσιολογική ανθρώπινη δραστηριότητα, καμιά άλλη εταιρεία δεν μπορεί να το εφαρμόσει. Προστατεύεται νομοθετικά! Η εταιρεία δεν κερδίζει πλέον από την καινοτομία της, αλλά από το γεγονός ότι σκέφτηκε και κατοχύρωσε κάτι που παλιότερα δεν θα μπορούσε να κατοχυρωθεί. Ετσι οι εταιρείες πλέον ασχολούνται περισσότερο με την κατοχύρωση πατεντών παρά με την παραγωγή νέων τεχνολογιών. Οπως επισήμανε το 2012 μια σύμβουλος του Λευκού Οίκου για θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας, «η Google και η Apple έχουν δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και για τις δικαστικές διαμάχες μεταξύ τους, απ’ ό,τι για έρευνα και ανάπτυξη».

Αυτό είναι το αποτέλεσμα του λόμπινγκ, που επί πολλά έτη έχουν κάνει οι επιχειρήσεις πληροφορικής και βιοτεχνολογίας αλλάζοντας ακόμη και αυτή την έννοια τη ιδιοκτησίας. Μέχρι τη δεκαετία του ’70, οργανισμοί που υπήρχαν στη φύση (όπως είναι οι ιοί) δεν μπορούσαν να πατενταριστούν. Οποιοσδήποτε μπορούσε να παράγει εμβόλια από αυτούς, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός πολλών εταιρειών να ρίχνει το κόστος. Αυτό άλλαξε. Οι ζωντανοί οργανισμοί γίνονται ιδιοκτησία εταιρειών και αυτό δεν είναι καν το χειρότερο: η διάρκεια των πνευματικών δικαιωμάτων διαρκώς μεγαλώνει, εις βάρος εκείνων που χρειάζονται τα φάρμακα και τα εμβόλια. Το ίδιο συμβαίνει διαρκώς και για τα πνευματικά έργα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και το Ευρωκοινοβούλιο διεύρυνε τον χρόνο προστασίας δικαιωμάτων των μουσικών έργων, λίγο πριν εκπνεύσει η προστασία των τραγουδιών των Beatles.

Το βασικό πρόβλημα του καπιταλισμού σήμερα είναι ότι όσοι ήδη είναι πλούσιοι «διαμορφώνουν τους κανόνες της αγοράς με τέτοιον τρόπο, ώστε να μοιάζουν ότι ισχύουν για όλους και ότι είναι ουδέτεροι, ενώ στην πραγματικότητα επωφελούνται συστηματικά και δυσανάλογα από αυτούς τους κανόνες». Και αυτό δεν είναι απλώς άδικο, ούτε έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων. Είναι και βαθιά αντιπαραγωγικό. Αν υπήρχε ένας Χένρι Φορντ σήμερα, πιθανότατα δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτοκινητοβιομηχανία, διότι όλα τα εξαρτήματα που θα χρησιμοποιούσε για το νέο Model T, θα προστατεύονταν ως πατέντες από κάποια δικηγορικά γραφεία.

«Η ιδιοκτησία», συνοψίζει ο Robert B. Reich, «που είναι το πιο βασικό δομικό στοιχείο της οικονομίας της αγοράς, εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις... Εξαιτίας της αύξησης του πλούτου και της πολιτικής επιρροής των μεγάλων εταιρειών, αλλά κι εξαιτίας της πολυπλοκότητας των πνευματικών δικαιωμάτων και των λοιπών αποχρώσεων που σχετίζονται με αυτά, οι πολιτικές αποφάσεις για την ιδιοκτησία τείνουν να παγιώνουν και να διευρύνουν τον πλούτο και την ισχύ των μεγάλων εταιρειών». Με άλλα λόγια, η επιρροή του πολιτικού χρήματος καταστρέφει το πιο αναζωογονητικό στοιχείο του καπιταλισμού, την ανανέωση ιδεών, επιχειρήσεων, επιχειρηματιών.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 24.12.2016