Η φωτογραφία του «φονιά»

on . Posted in Λογοκρισία

Κατέπεσε με πάταγο χθες στα περίπτερα ο νόμος για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των κατηγορουμένων. Ολες σχεδόν οι λαϊκές εφημερίδες (ταμπλόιντ) είχαν φάτσα κάρτα στο πρωτοσέλιδό τους τον «παρανοϊκό σύντροφο», τον «διαταραγμένο φονιά», το «Τέρας που “έφαγε” το κορίτσι» στη Φολέγανδρο και λοιπά πολλά επίθετα. Το ίδιο έγινε και σε πολλούς διαδικτυακούς τόπους, αλλά αυτοί έτσι κι αλλιώς δύσκολα μπορούσαν και πριν να ελεγχθούν.

Πώς προέκυψε όμως αυτή η μαζική ανυπακοή σε έναν –έτσι κι αλλιώς παράλογο– νόμο; Ισως επειδή το περιστατικό στη Φολέγανδρο είναι μία ακόμη γυναικοκτονία και επομένως δεν θα διαμαρτυρηθούν οι συνήθεις φωνασκούντες. Το πνεύμα της εποχής τούς θέλει να είναι πιο πολύ φεμινιστές από δικαιωματιστές. Επιπλέον, όπως προκύπτει, ο κατηγορούμενος είναι αναρχικός και συνεπώς κανένα κόμμα δεν θα υπερασπιστεί τα έννομα δικαιώματά του. Υπάρχει βεβαίως και το προηγούμενο, όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζήτησε στη Βουλή τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του κατηγορούμενου αστυνομικού για βιασμούς και σωματεμπορία. Πολλοί μπορεί να αναρωτήθηκαν «αφού πρέπει να αποκαλύψουμε τον βιαστή, τότε δεν πρέπει δυο φορές να δείξουμε τον δολοφόνο;».

Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι ο νόμος κατέπεσε αλλά βρεθήκαμε στην προτέρα κατάσταση που ο νόμος ήθελε να θεραπεύσει, δηλαδή στις ψευδείς ειδήσεις για τους κατηγορουμένους. Κι αυτό διότι ο 30χρονος δεν είναι «φονιάς», «παρανοϊκός», «διαταραγμένος», «τέρας». Το μόνο σίγουρο που έχουμε οι δημοσιογράφοι είναι «κατηγορούμενος για φόνο». Ολα τα άλλα είναι εικασίες, κάποιες εκ των οποίων μπορεί να είναι συκοφαντικές ή ακόμη και αθωωτικές για τον κατηγορούμενο· ένας «παρανοϊκός», για παράδειγμα, έχει ελαφρυντικά στο δικαστήριο.

Γράφαμε παλιότερα ότι «η πληροφορία πρέπει να διακινείται ελεύθερα, αλλά η παρουσίασή της να υπόκειται στους κανόνες της δημοσιογραφικής κοινότητας (δεοντολογία των δημοσιογράφων) και στους ηθικούς κανόνες της ίδιας της κοινωνίας που απεχθάνεται, π.χ., τον χλευασμό της προσωπικότητας των ανθρώπων. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι τα δύο τελευταία σκέλη ρύθμισης είναι ατροφικά. Ούτε τα δημοσιογραφικά σωματεία επέβαλαν τους κανόνες δεοντολογίας ούτε οι δημοσιογράφοι σεβάστηκαν τα πρόσωπα τα οποία εμφανίζονταν στα άρθρα ή ρεπορτάζ τους. Το αποτέλεσμα ήταν αφενός να ψηφιστούν νόμοι λογοκρισίας και αφετέρου το απόλυτο μπάχαλο: ούτε τα πρόσωπα προστατεύονται, αλλά ούτε η πραγματικότητα απεικονίζεται όπως είναι» («Η λογοκρισία των εικόνων» 24.3.2013).

Το χειρότερο, δε, είναι ότι είκοσι χρόνια εφαρμογής του νόμου τίποτε δεν άλλαξε προς το καλύτερο. Χρησιμοποιούνται ακόμη τα ίδια (ψευδή) επίθετα. Αποδεικνύεται ότι οι απαγορεύσεις και η λογοκρισία δεν λύνουν προβλήματα. Απλώς τα συγκαλύπτουν.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 20.7.2021