Τα μοντέλα της Δημοκρατίας

on . Posted in Λογοκρισία

Πληθαίνουν οι προκλήσεις στις οποίες πρέπει να απαντήσει η σύγχρονη Δημοκρατία. Για μία ακόμη φορά έρχεται αντιμέτωπη με διάφορους, παλιούς και νέους, -ισμούς οι οποίοι προβάλλουν και πάλι απειλητικοί. Βεβαίως τα ποσοτικά μεγέθη διαφέρουν σημαντικά. Τα θύματα των νεοναζί είναι απειροελάχιστα μπροστά στο μεγάλο κακό που επέφεραν οι κανονικοί ναζί. Οι νεκροί της ισλαμικής τρομοκρατίας δεν συγκρίνονται με τις «θυσίες» που έγιναν για να χτιστεί ο κομμουνισμός σε διάφορες χώρες. Ολα τα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων στον Δυτικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων όσων δολοφόνησαν οι «Χριστιανιστές» (πώς αλλιώς να ονομάσουμε τους διαταραγμένους τύπου Αντερς Μπρέιβικ, που πήραν τα όπλα να υπερασπιστούν την χριστιανική Δύση απέναντι στην εισβολή του Ισλάμ;), είναι λιγότερα από όσους δολοφόνησαν τα Ες-Ες σε μία μέρα, σε οποιοδήποτε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ομως τώρα κάθε ανθρώπινη ζωή έχει μεγαλύτερο βάρος και επιπλέον ξέρουμε από την Ιστορία ότι το κακό δεν γίνεται μεγάλο ξαφνικά. Διογκώνεται αν δεν αντιμετωπιστεί με αποφασιστικό τρόπο κατά τη γέννησή του.

Ποια λοιπόν μπορεί να είναι η απάντηση της Δημοκρατίας σε αυτές τις αιματηρές προκλήσεις που έχει; Κατά τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο «υπάρχουν παγκοσμίως δύο μοντέλα με πάρα πολλές παραλλαγές. Η μία είναι η μαχόμενη Δημοκρατία και η άλλη είναι η ανεκτική Δημοκρατία. Το Σύνταγμά μας, καλώς ή κακώς, υιοθέτησε το μοντέλο της ανεκτικής Δημοκρατίας και όχι της μαχόμενης Δημοκρατίας (…) Xώρες οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με πολύ πολύ μεγάλη περίσκεψη, και όχι πάντοτε με επιτυχημένο τρόπο, ασκούν τη δυνατότητα αυτή. Τελευταία απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, του 2017, η οποία είπε (…) πως ένα ακροδεξιό κόμμα έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της φιλελεύθερης Δημοκρατίας μας, παρ’ όλα ταύτα όμως, επειδή τώρα δεν συνιστά απειλή για τη Δημοκρατία, δεν το απαγορεύω, όπως έχω τη δυνατότητα» («Οι επιπτώσεις της απόφασης για τη “Χρυσή Αυγή” – τα πολιτικά δικαιώματα των καταδικασθέντων», 19.10.2020).

Το ίδιο υιοθετεί και ο συγγραφέας και εκδότης κ. Πέτρος Παπασαραντόπουλος, αλλά με πιο μαχητικό τρόπο. Αναφέρεται στους δύο ιδεότυπους «στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο ένας είναι εκείνος της διαδικαστικής δημοκρατίας, που βασίζεται στον “ελεύθερο λόγο για την αντιμετώπιση του αντιδημοκρατικού λόγου”. Ο άλλος είναι εκείνος της μαχόμενης ή ουσιαστικής δημοκρατίας, που υιοθετεί “μέτρα αποτροπής της ειρηνικής ένταξης στην εξουσία εκείνων που διαθέτουν πολιτικές ατζέντες που, εάν εφαρμόζονταν, θα διέλυαν την ίδια τη δημοκρατία”. Δύο χώρες υλοποιούν αυτούς τους δύο ιδεότυπους. Οι ΗΠΑ είναι το πρότυπο της διαδικαστικής δημοκρατίας και η Γερμανία είναι το μοντέλο της μαχόμενης δημοκρατίας. Οι περισσότερες χώρες με φιλελεύθερα συστήματα κυμαίνονται ανάμεσα σε αυτές τις δύο παραλλαγές» («Χρυσή Αυγή και μαχόμενη δημοκρατία», «Τα Νέα», 17.10.2020)
Η διχοτόμηση αυτή –τουλάχιστον με βάση την ελευθερία του λόγου– είναι πλασματική. Στο κάτω κάτω της γραφής όλες οι δημοκρατίες είναι κατά κάποιον τρόπο μαχόμενες. Στο ελληνικό Σύνταγμα προβλέπεται ότι «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία»· και το «κάθε μέσο» πρέπει να υπογραμμιστεί. Στην Αμερική τα πράγματα είναι ακόμη πιο σαφή. Η 2η τροπολογία του Συντάγματός τους προβλέπει ότι «μια καλά εποπτευόμενη πολιτοφυλακή, απαραίτητη για την ασφάλεια ενός ελεύθερου κράτους και το δικαίωμα του λαού να διατηρεί και να φέρει όπλα, δεν θα υποστεί περιορισμούς». Η οπλοκατοχή στις ΗΠΑ δεν είναι κάποιο περίεργο βίτσιο των γιάνκηδων να αλληλοσκοτώνονται. Ξεκίνησε ως ασφαλιστική δικλίδα της «μαχόμενης δημοκρατίας».

Αλλά υπήρξε και μια περίοδος κατά την οποία η αμερικανική Δημοκρατία ήταν λιγότερο «διαδικαστική» και περισσότερο μαχητική, υπό την έννοια του κ. Παπασαραντόπουλου. Στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου η κομμουνιστική απειλή ήταν φανερή και παρούσα (clear and present danger). Τότε δραστηριοποιήθηκε η Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Γερουσίας των ΗΠΑ υπό την προεδρία του Τζόσεφ Μακάρθι. Ο δραστήριος αυτός γερουσιαστής, ανάμεσα στα άλλα, έστελνε δικηγόρους σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες να ψάχνουν τις βιβλιοθήκες προκειμένου να εντοπίσουν βιβλία κομμουνιστικού περιεχομένου. Βιβλία μπορεί να μην έβρισκαν, ανακάλυπταν όμως «ενόχους».

Σε αυτό το πλαίσιο (ανεκτικής-μαχόμενης Δημοκρατίας) ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο London School of Economics κ. Νίκος Μουζέλης προσέθεσε και μια τρίτη κατηγορία. Θα την αποκαλούσαμε «υπερανεκτική» ή ορθότερα «υποταγμένη στον φόβο (έστω σύγκρουσης) Δημοκρατία». Οπως έγραψε, «εάν θέλουμε έναν ειρηνικό πολυπολιτισμικό κόσμο, πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του λόγου» («Τα Νέα», 9.11.2020).

Βεβαίως είναι άτιμο πράγμα ο τσακωμός και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος τον «πολιτικόν κατασπαραγμόν» δήλωνε ότι ήθελε να καταπολεμήσει και για αυτό επέβαλε μεταξύ άλλων και λογοκρισία. Το εντυπωσιακό όμως είναι η σύγκλιση: και η υπερμαχητική και η υπερανεκτική Δημοκρατία την ελευθερολογία έχουν στο στόχαστρο. Σαν να λέμε ότι το πρώτο θύμα ενός πολέμου δεν είναι η αλήθεια, αλλά η ελευθερία.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.11.2020