Δημοσιογραφία και μυστικά κονδύλια

on . Posted in Λογοκρισία

Δύο υπουργοί τσακώνονται μπροστά σε 60 άλλους (υπουργούς, γραμματείς κ.λπ.) για τα κονδύλια που είναι εθνικό μυστικό. Οι διάλογοί τους, φυσικά, διαρρέουν. Ολοι γνωρίζουν ότι ανταλλάχθηκαν βαριές κατηγορίες για «μαύρα» λεφτά των υπουργείων τους, που υποτίθεται δρομολογούνται σε «εθνικούς σκοπούς». Λέμε «υποτίθεται», διότι ο δημοκρατικός έλεγχος για τη διαχείριση αυτών των κονδυλίων είναι ελλιπής. Με δεδομένο ότι ο τσακωμός αφορά τα ευαίσθητα «εθνικά κονδύλια», τι πρέπει να κάνουν οι δημοσιογράφοι; Να αποσιωπήσουν τον καβγά; Να ψευσθούν ότι ο κ. Νίκος Κοτζιάς παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους; «Φυσικά όχι», θα είναι η απάντηση των περισσοτέρων και αυτό είναι το λογικό.

Με τη δημοσιοποίηση, όμως, της αλήθειας δημιουργούνται εύλογες απορίες στην κοινή γνώμη: Υπάρχει διασπάθιση, όπως ισχυρίσθηκαν οι υπουργοί; Αν κάποιος δημοσιογράφος ανακαλύψει ότι υπήρχαν τρεις κωδικοί συνολικού ποσού 1.000.000 ευρώ και «ο πρώτος κωδικός αφορούσε χρήματα που διοχετεύτηκαν σε μέσα ενημέρωσης της Αλβανίας. Ο δεύτερος αφορούσε χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης της ΠΓΔΜ. Ο τρίτος για τη στήριξη ορθοδόξων εκκλησιών και γενικά της Ορθοδοξίας» (iefimerida.gr 18.102018), τι πρέπει να κάνει; «Να το κρύψει», λένε πολλοί στα social media και στα πραγματικά καφενεία, «διότι αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον». Αν όμως το κρύψει, θα συνεχίσουν να πλανώνται δηλητηριώδεις υποψίες. Οχι μόνο για τον πολιτικό κόσμο, αλλά και για τη δημοσιογραφία: «τα ξέρετε, αλλά δεν τα λέτε στον κόσμο».

Υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα. Πού σταματά το αποκαλούμενο «εθνικό συμφέρον» που «οφείλει» να προστατεύει ο δημοσιογράφος, ακόμη και πάνω από το καθήκον του να ενημερώνει; Τα τελευταία οκτώ χρόνια η οικονομία είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Σε αυτήν την περίπτωση οι δημοσιογράφοι κατηγορούνται για το αντίθετο, ότι ήξεραν και δεν τα είπαν όλα. Για παράδειγμα, η τωρινή εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας χλευάστηκε ως «Η Μαρία Σπυράκη έσωσε το έθνος!» («Αυγή» 30.4.2014). Αφορμή ήταν οι εξομολόγηση της πρώην ρεπόρτερ του Mega ότι ήξερε και δεν είπε πως «η Ελλάδα είχε bankrun την περίοδο ανάμεσα στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012 (...). Και ήταν η διαδικασία τροφοδοσίας της Ελλάδας με μετρητά. Εφευγε το αεροπλάνο από την Ελευσίνα, πήγαινε στην Ιταλία, επέστρεφε με μετρητά, που πήγαιναν στην Τράπεζα της Ελλάδος και μοιράζονταν στις τράπεζες. Αυτό δεν το περιγράψαμε ποτέ. Δεν είχαμε δικαίωμα να το πούμε ποτέ».

Υπάρχει ένα πρόβλημα με τα «εθνικά μυστικά». Είναι τόσο μυστικά που δεν ξέρουμε αν πράγματι είναι εθνικά, ή αν κάποιος τα χρησιμοποιεί για την πάρτη του. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα κυβερνητικά σκάνδαλα παγκοσμίως αφορούν εξοπλιστικά προγράμματα. Κάτω από τη σφραγίδα του «εθνικού συμφέροντος» πολλοί κρύβουν μίζες. Αλλά ακόμη κι αν δεν κρύβεται διασπάθιση χρήματος, γεννάται το ερώτημα: πώς ορίζεται και ποιος ορίζει το «εθνικό συμφέρον», όταν τόσες πτυχές του πρέπει να παραμένουν μυστικές;

Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ενημέρωση δεν βοηθάει μόνο τη δημοκρατία, αλλά μπορεί να μας γλιτώσει από μεγαλύτερες συμφορές. Το 1961 έγινε η απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων. Η επιχείρηση, η οποία είχε την έγκριση του τότε προέδρου Τζον Κένεντι, κατέληξε σε πλήρη αποτυχία και σε διπλωματικό στραπάτσο των ΗΠΑ. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων έσπρωξε τον ανασφαλή Φιντέλ Κάστρο στην αγκαλιά της Μόσχας. Το 1962 η ανθρωπότητα έφθασε στο χείλος ενός θερμοπυρηνικού πολέμου με αφορμή την εγκατάσταση σοβιετικών βαλλιστικών πυραύλων στην Κούβα. Χρόνια μετά, ο τότε διευθυντής των New York Times αποκάλυψε στα απομνημονεύματά του ότι η εφημερίδα είχε την είδηση της επικείμενης εισβολής. Δεν τη δημοσίευσε όμως έπειτα από προσωπική παρέμβαση του Τζον Κένεντι, ο οποίος φυσικά επικαλέστηκε το εθνικό συμφέρον. «Ηταν το μεγαλύτερο λάθος στη δημοσιογραφική μου καριέρα», έγραψε ο James Scotty Reston. Τώρα γνωρίζουμε ότι το εθνικό (των ΗΠΑ) και το πανανθρώπινο συμφέρον επέτασσε τη δημοσιοποίηση της πληροφορίας, που θα ακύρωνε την εισβολή.

Εκ των προτέρων ξέρουμε ότι η δημοσιότητα είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας. Είναι αμφίβολο όμως αν κάνει ζημιά στα εθνικά θέματα. Πολλάκις ωφελεί, διότι οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα εθνικά θέματα για τις δικές τους εκλογικές ή άλλες επιδιώξεις. Αυτό ήταν το νόημα μιας μεγαλειώδους απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για τη δημοσίευση των «εγγράφων του Πενταγώνου».

Το 1971, πάνω στην κορύφωση του πολέμου στο Βιετνάμ, ο τότε υπουργός Αμυνας Ρόμπερτ Μακναμάρα ζήτησε από επιτροπή ειδικών να αποτιμήσουν την εμπλοκή των ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης των 7.000 σελίδων διέρρευσε στον Τύπο. Οι New York Times άρχισαν να δημοσιεύουν τα κύρια σημεία τους. Η κυβέρνηση Νίξον χρησιμοποιώντας τον «Νόμο περί κατασκοπείας» (που μοιάζει πολύ με το δικό μας σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα) απαγόρευσε τη δημοσίευση. Οι εφημερίδες προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο και αυτό αποφάσισε να άρει την απαγόρευση. Η αιτιολόγηση της απόφασης από τον δικαστή Χιούγκο Μπλακ είναι ένα μνημείο· όχι της ελευθερολογίας, αλλά της τυπικής λογικής: «Η εξουσία της κυβέρνησης να λογοκρίνει τον Τύπο έχει εξαλειφθεί έτσι ώστε ο Τύπος να είναι πάντα ελεύθερος για να ελέγχει την κυβέρνηση. (...) Μόνο ένας ελεύθερος και χωρίς περιορισμούς Τύπος μπορεί να εκθέτει τις απάτες της κυβέρνησης. Και η μέγιστη των υποχρεώσεων του Τύπου είναι το καθήκον να εμποδίζει κάθε υπηρεσία του κράτους από το να εξαπατά τους πολίτες και να τους στέλνει σε απόμακρες περιοχές για να πεθάνουν από ξένες αρρώστιες, από ξένες σφαίρες. (...) Μας ζητήθηκε να νομολογήσουμε ότι η εκτελεστική, η νομοθετική και η δικαστική εξουσία μπορούν να κάνουν νόμους που θα περιορίζουν το δικαίωμα του λόγου στο όνομα της “εθνική ασφάλειας”. (...) Αν πούμε ότι ο πρόεδρος έχει “εγγενή εξουσία” να σταματήσει τη δημοσίευση ειδήσεων (...) αυτό θα εξαφανίσει την πρώτη τροπολογία του συντάγματος και θα καταστρέψει τη θεμελιώδη ελευθερία και την ασφάλεια των ανθρώπων, αυτών που η κυβέρνηση ελπίζει να κάνει “ασφαλείς”. (...) Η έννοια “ασφάλεια” είναι απέραντη, ασαφής γενικότητα το περίγραμμα της οποίας δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει την ακύρωση του θεμελιώδους νόμου που περιέχεται στην πρώτη τροπολογία. Η φύλαξη των στρατιωτικών και διπλωματικών μυστικών με κόστος την πληροφόρηση των πολιτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν προσφέρει πραγματική ασφάλεια. (...) Οι συντάκτες της πρώτης τροπολογίας γνώριζαν πολύ καλά την ανάγκη άμυνας του νέου έθνους και την απειλή των αγγλικών και αποικιακών κυβερνήσεων. Αλλά επειδή επεδίωξαν να δώσουν σε αυτήν την κοινωνία τη δύναμη και την ασφάλεια, προέβλεψαν ότι ελευθερία του λόγου, του Τύπου, της θρησκείας και της συγκέντρωση δεν μπορούν να περιοριστούν...».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 27.10.2018