Η χαμένη διαλεκτική

on . Posted in Λογοκρισία

Σ​​τη δεκαετία του ’90 δεν ήταν πάνδημο μόνο το αίτημα για «το όνομα, που είναι η ψυχή μας». Ηταν λαϊκή απαίτηση και η «εθνική ομοψυχία» που πρακτικώς μεταφράζεται σε συστράτευση. Ολοι απαιτούσαν από τους δημοσιογράφους, τους διανοούμενους, ακόμη και τους προέδρους των εμπορικών συλλόγων να ενώσουν τη φωνή τους για «τα δίκια του έθνους». Οχι μόνο του ελληνικού, αλλά και των «αδελφών μας». Χαρακτηριστικό εκείνης της στάσης ήταν το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», κατά την περίοδο του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία (5.5.1999): «Και μόνο από σεβασμό προς τους νεκρούς αυτών των [νατοϊκών] δολοφονικών επιθέσεων κατά της δημοσιογραφίας οι μετρημένοι στα δάκτυλα επικριτές [σ.σ.: των ελληνικών ΜΜΕ] θα πρέπει επιτέλους να σιωπήσουν».

Γενικώς για ό,τι ήταν, ή βαφτιζόταν, «εθνικό», απαιτείτο πρωτίστως η σιωπή των άλλων, αντί του διαλόγου για την προσφορότερη λύση. Οποιος ψέλλιζε κάτι άλλο από το «όχι στη λέξη Μακεδονία και στα παράγωγά της», ήταν ανθέλληνας, υποκινούμενος και τσιράκι του Κίσινγκερ· εκείνη την εποχή δεν είχε γίνει της μόδας ο Σόρος ως νούμερο ένα εχθρός του έθνους. Από την άλλη, το 1993 τέσσερα μέλη μιας αντεθνικιστικής ομάδας καταδικάστηκαν σε 19 μήνες φυλάκιση επειδή μοίραζαν φυλλάδια που έγραφαν: «Οι γείτονές μας δεν είναι εχθροί μας. Οχι στον εθνικισμό και στον πόλεμο». Σύμφωνα με την εφημερίδα Independent (18.8.1993), «παρά το γεγονός ότι στα φυλλάδια γινόταν έκκληση για ειρήνη στα Βαλκάνια και ασκούσαν κριτική στην Ελλάδα για την πολιτική της έναντι των μειονοτήτων, οι τέσσερις κατηγορήθηκαν για διασπορά ψευδών ειδήσεων, προσπάθεια υποκίνησης πράξεων βίας και ότι επιχείρησαν να διαταράξουν τις φιλικές σχέσεις με άλλη χώρα...». Μετά την καταδίκη τους, θυμάται ο συγγραφέας Θανάσης Χειμωνάς, «οι γονείς μου (σ.σ.: Γιώργος Χειμωνάς και Λούλα Αναγνωστάκη), παρά το γεγονός ότι δεν υιοθετούσαν τα περί Σλαβομακεδόνων, υπέγραψαν μαζί με άλλους αξιόλογους διανοουμένους της εποχής ένα κείμενο που στηλίτευαν την εξωφρενική αυτή απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης. Στο συλλαλητήριο που ακολούθησε κάποιος ομιλητής διάβασε ένα ένα τα ονόματα όσων είχαν υπογράψει, με τον αγανακτισμένο όχλο χιλιάδων από κάτω να τα στολίζει με έναν καταιγισμό από μπινελίκια» (22.1.2018).

Τελικώς, οι πατριδολάτρες, διά συλλαλητηρίων, κραυγών και ποινών, το κατάφεραν. Στην Ελλάδα κανένας δεν ονόμαζε την ακατονόμαστη· ακόμη και το νεομακεδονικό ζήτημα βαφτίστηκε «Σκοπιανό» για να μη θιγούν οι... ευαισθησίες κάποιων. Στο εξωτερικό, όμως, όλες οι χώρες (με πρώτη τη Ρωσία) την αναγνώριζαν ως Μακεδονία, νέτα-σκέτα. Και τότε, πολλοί άρχισαν να ελεεινολογούν το «προδοτικό πολιτικό σύστημα» που δεν προστάτευσε τη χώρα διά του συμβιβασμού σε μια σύνθετη ονομασία.

Βεβαίως, το πολιτικό σύστημα έχει τις δικές του ευθύνες, αλλά άνισα κατανεμημένες. Είναι μεγαλύτερες οι ευθύνες του κ. Αντώνη Σαμαρά και του Ανδρέα Παπανδρέου που πλειοδότησαν στην εθνική υστερία και άλλες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που ορθώς κατηγορείται διότι ενέδωσε στη «φωνή λαού, οργή Θεού», παρ’ όλο που πίστευε ότι αυτή η πολιτική δεν μπορεί να μας πάει μακριά. Ουδείς όμως κατηγορεί εκείνους τους επιτήδειους, που με κάποια αρχαιοελληνικά κολλυβογράμματα και κάποια εθνοπρεπή τσιτάτα, ξεσήκωναν τους αφελείς – και πολύ περισσότερο ουδείς κατηγορεί εκείνους που με κραυγές και ποινές αποσιώπησαν την αντίθετη άποψη.

Οι τελευταίοι έκαναν τη μεγαλύτερη ζημιά. Γράφαμε και παλιότερα για τη χαμένη διαλεκτική στην Ελλάδα, για το πώς η αποσιώπηση των αντιθέσεων δεν γονιμοποιεί τις θέσεις για να προκύψουν οι επωφελείς για τη χώρα συνθέσεις. Σημειώναμε πως «το Μακεδονικό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα καταστροφικά αποτελέσματα που έχει η νομοθετημένη και οιονεί ανελευθερία του λόγου στην Ελλάδα... Αν, τότε, κάποιοι άνθρωποι δεν καταδικάζονταν, δεν προπηλακίζονταν κ.λπ. και κάποιοι άλλοι δεν φοβούνταν να μιλήσουν, μπορεί να ανέπτυσσαν “ακραίες θέσεις”, όπως π.χ. ότι “η Μακεδονία είναι μακεδονική”, “βουλγαρική”, “κονγκολέζικη” κ.λπ. Αυτή η θέση όμως θα ζυμωνόταν με την αντίθετη “ακραία θέση”, ότι “η Μακεδονία είναι ελληνική” και θα προέκυπτε ένας ενδιάμεσος τόπος και πιθανότατα θα υιοθετούσαμε μια σύνθετη ονομασία. Οι πολιτικές ηγεσίες δεν θα ασπάζονταν την αδιέξοδη θέση του “Οχι στη Μακεδονία και στα παράγωγά της” κι εμείς σήμερα δεν θα τρέχαμε να επιτύχουμε κάποιο παράγωγο της ονομασίας. Σε έναν ζωντανό δημόσιο διάλογο πάντα θα ακούγονται ακραίες θέσεις. Αυτές τον γονιμοποιούν, ακόμη και διά της απορρίψεώς τους. Οπως έγραφε στο βιβλίο “Περί Ελευθερίας” ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, “αν οι ιδέες που ακούγονται είναι σωστές, τότε η κοινωνία θα έχει κέρδος με το να τις ασπαστεί. Αν αυτές οι ιδέες είναι λάθος, τότε η κοινωνία πάλι θα έχει κέρδος απορρίπτοντάς τες και ισχυροποιώντας ταυτόχρονα τις δικές της σωστές πεποιθήσεις”» (3.11.2011).

Το ίδιο συνέβη και με όλα τα μεγάλα θέματα, τα οποία σταδιακά μάς οδήγησαν στη χρεοκοπία. Αντί να συζητήσουμε το ασφαλιστικό, διαδηλώναμε γι’ αυτό. Οσοι αναρωτιούνταν τι θα γίνει με την «Ολυμπιακή» που έχανε 1,5 εκατ. την ημέρα (5,5 δισ. στη δεκαετία) ήταν ανάλγητοι νεοφιλελεύθεροι. Οσοι μιλούσαν για τη διόγκωση της ανομίας ήταν ακροδεξιοί και πάει λέγοντας. Η κυρίαρχη άποψη –σε κάθε θέμα– δεν άφηνε περιθώρια διχογνωμιών. Η αντίθετη απαξιωνόταν με επίθετα και φυσικά με τον όρο «τσιράκι»· του Κίσινγκερ, των Αμερικανών, της παγκοσμιοποίησης, των Εβραίων, του Σόρος, των πολυεθνικών, των Γερμανών, των τροϊκανών κ.λπ. Η εθνική μας τύφλωση προχωρούσε από χαρακτηρισμό σε χαρακτηρισμό και από αποτυχία σε αποτυχία.

Μέχρι που χρεοκοπήσαμε, αλλά δυστυχώς κάποιοι δεν λένε να μάθουν από τα εθνικά παθήματα. Διαβάζουμε για παράδειγμα την ανακοίνωση της «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων», η οποία διαπίστωσε ότι «μεγάλη οργή προκάλεσε στους Μακεδόνες η ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ (δήθεν) σάτιρα στην οποία επιδόθηκε κάποια (δήθεν) κωμικός που ονομάζεται Λίλα Σταμπούλογλου στην εκπομπή Tatiana Live της τηλεόρασης EPSILON TV τη Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018. Εμφανίστηκε φορώντας την τιμημένη παραδοσιακή φορεσιά του Ρουμλουκιού, κραδαίνοντας προκλητικά το εθνικό μας Σύμβολο, ξεστομίζοντας ανοησίες και ασυνάρτητες κραυγές σχετικά με το μεγαλειώδες συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι κάνει σάτιρα (στην ιστοσελίδα του καναλιού το ονομάζει Stand Up Comedy). Είναι ΝΤΡΟΠΗ να ρίχνεται ΛΑΣΠΗ σε μια αγνή συνάθροιση μισού εκατομμυρίου Ελλήνων που βγήκαν στον δρόμο για να διεκδικήσουν το ΜΕΛΛΟΝ των παιδιών τους». Δεν γνωρίζουμε ποιο θα ήταν καλό, για τα μέτρα της Ομοσπονδίας, ένα σατιρικό σκετς –φανταζόμαστε κάποιο που θα μιλούσε για «γυφτοσκοπιανούς»– αλλά υπάρχει μια εμμονή σε όλους όσοι πήγαν Θεσσαλονίκη. Θέλουν να αυτοχρίζονται είτε ως «λαός» είτε ως «Μακεδόνες» εν συνόλω. Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά η ολοκληρωτική αυτή άποψη θα εφαρμοστεί ως φάρσα...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 28.1.2018