Ερευνα σε ζωντανή μετάδοση

Καθημερινώς διαβάζουμε για το ένζυμο τάδε που αλληλεπιδρά με την πρωτεΐνη δείνα, για αντισώματα που πότε δουλεύουν κι άλλοτε αργούν. Με άλλα λόγια, καθημερινώς δημιουργούνται ελπίδες και καθημερινώς διαψεύδονται.

Μεσολάβησαν τρία χρόνια μεταξύ της ανακάλυψης του εμβολίου για την πολιομυελίτιδα και της επίσημης ανακοίνωσής του. Θα συμφωνήσουμε ότι ο ιός της πολιομυελίτιδας είναι λιγότερο μεταδοτικός από τον SARS-Covid 2, αλλά το 1952 (όταν ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ Τζόνας Σαλκ ανακάλυψε το εμβόλιο) ήταν η χρονιά που ξέσπασε η χειρότερη επιδημία στις ΗΠΑ: 58.000 κρούσματα, 3.145 νεκροί, 21.269 παράλυτοι με τα περισσότερα θύματα να είναι παιδιά.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σαλκ περίμενε τρία χρόνια, να επαναλάβει τα πειράματα και να ολοκληρώσει τους ελέγχους, πριν ανακοινώσει και χαρίσει στον κόσμο τη μεγάλη ανακάλυψή του. Το «χαρίσει» είναι κυριολεκτικό και όχι μεταφορικό. Οταν ρωτήθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή σε ποιον ανήκει η πατέντα του εμβολίου εκείνος απάντησε: «Σε όλο τον κόσμο θα έλεγα. Δεν υπάρχει πατέντα. Μπορείς να πατεντάρεις τον ήλιο;». Υπολογίζεται ότι τότε η πατέντα άξιζε 7 δισ. δολάρια.

Σήμερα, με την πρόοδο της τεχνολογίας, τα τρία χρόνια που χρειάστηκε ο Τζόνας Σαλκ, μάλλον έχουν συντμηθεί σε ένα, εξ όσων μπορούμε να διακρίνουμε στις εκτιμήσεις των ερευνητών.

Η μεγάλη διαφορά όμως της δεκαετίας του 1950 από το 2020, είναι ότι τώρα η επιστημονική έρευνα γίνεται σχεδόν σε ζωντανή μετάδοση. Καθημερινώς διαβάζουμε για το ένζυμο τάδε που αλληλεπιδρά με την πρωτεΐνη δείνα, για αντισώματα που πότε δουλεύουν κι άλλοτε αργούν. Με άλλα λόγια, καθημερινώς δημιουργούνται ελπίδες και καθημερινώς διαψεύδονται.

Αυτό από μια άποψη είναι αναμενόμενο, αφού η επιστημονική έρευνα έχει μεταλλαχθεί. Εγινε εξαιρετικά ανταγωνιστική και εμπορική. Βασικό στόχο έχει τα μερίσματα εταιρειών στις οποίες μετέχουν και οι ερευνητές. Η δημοσιοποίηση κάθε βήματος –όσο μικρό κι αν είναι– βοηθά τις μετοχές ή φέρνει κεφάλαια για χρηματοδότηση του νέου Ελ Ντοράντο.

Αλλά και ο τρόπος ενημέρωσης έχει αλλάξει. Υπάρχει πλέον άπλετος τηλεοπτικός χρόνος για να γεμίσει και πολύ περισσότερος χώρος για δημοσιεύσεις. Υπάρχει η πίεση ενός παγκόσμιου κοινού που διψά για καλά νέα, και το αποτέλεσμα είναι αχταρμάς. Εκεί όπου ανθίζει η ελπίδα έρχεται η απογοήτευση. Εκεί όπου περιμέναμε εμβόλιο, ανακοινώνεται ένα νέο, πιο επικίνδυνο στέλεχος, του ιού.

Ολα αυτά θα ήταν μια ενδιαφέρουσα άσκηση επιστημολογίας αν δεν διόγκωναν το κύμα αμφισβήτησης όχι μόνο του κορωνοϊού, αλλά και της επιστήμης γενικότερα.

Να σημειώσουμε ότι ακόμη και σε φυσιολογικές συνθήκες η επιστήμη έχει γίνει εξαιρετικά σύνθετη και συνεπώς απρόσιτη στο ευρύ κοινό. Τώρα με τον βομβαρδισμό «ειδήσεων» –που είναι αμφίβολο αν τα καταλαβαίνουν ακόμη και όσοι εκφωνούν «ελπίδες για το νέο εμβόλιο δημιουργεί η ανακάλυψη της πρωτεΐνης ζχψω...»– τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Οι διαδηλώσεις σε όλο τον κόσμο κατά των μέτρων μάλλον αυτό πιστοποιούν.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 19.8.2020