Οι «δημόσιες σχέσεις» της επιστήμης

Στα ερευνητικά πράγματα της χώρας έχουμε μια διπλή αποτυχία. Αυτό που έπρεπε να συζητείται δημόσια συζητείται ελάχιστα και αυτό που έπρεπε να συζητείται επιστημονικά συζητείται στα παράθυρα της τηλεόρασης.


Οι ανταγωνισμοί στην επιστημονική κοινότητα δεν είναι κάτι νέο. Προϋπήρξαν των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Αν δεχθούμε τη θεώρηση του Τόμας Κουν για τη «δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», ολόκληρη η εξέλιξη της επιστήμης είναι ένας αέναος ανταγωνισμός «παραδειγμάτων» που θέλουν να κυριαρχήσουν.

Ο ανταγωνισμός αυτός δεν είναι κατ' ανάγκην κάτι κακό. Αντιθέτως, σε όλες τις χώρες του κόσμου που χρηματοδοτούν ερευνητικά προγράμματα αυτό είναι το επιθυμητό. Και το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών των ΗΠΑ αλλά και η δική μας Ευρωπαϊκή Ενωση χρηματοδοτεί ερευνητικά προγράμματα με ανταγωνιστικά κριτήρια. Είναι λογικό: Τα διαθέσιμα κονδύλια πάντα υπολείπονται των επιστημονικών επιθυμιών και των ερευνητικών προτάσεων και αναγκαστικά θα υπάρχει κάποια ανταγωνιστική διαδικασία.

Ο ανταγωνισμός, λοιπόν, για τα ερευνητικά κονδύλια μπορεί να μην αποτελεί τον άριστο τρόπο για τη διανομή τους (κάποιες φορές ριζοσπαστικές και επωφελείς για την επιστήμη δεν χρηματοδοτούνται, επειδή μπορεί να έρχονται σε αντίθεση με το κυρίαρχο «παράδειγμα») αλλά είναι ο καλύτερος. Για την ακρίβεια είναι ο μόνος, ο οποίος -δεδομένων των συνθηκών- μπορεί να μεγιστοποιήσει την επένδυση στην έρευνα.

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα στα κριτήρια αξιολόγησης των επιστημονικών προτάσεων που είναι υποψήφιες για χρηματοδότηση. Τα κριτήρια αυτά εξ ανάγκης έχουν δύο πλευρές: Η μία είναι η καθαρά επιστημονική και η άλλη κοινωνικοπολιτική. Αν και πολλοί επιστήμονες ονειρεύονται μια «καθαρή» από κοινωνικοπολιτικές επιρροές επιστήμη, αυτό -καλώς ή κακώς- είναι ουτοπία. Η επιστημονική παραγωγή είναι μέρος του κοινωνικού γίγνεσθαι και επηρεάζεται πολλαπλώς απ' αυτό. Ειδικά διά των χρηματοδοτήσεων. Είναι φυσικό: Οταν κάποιος πληρώνει περιμένει αποτελέσματα πρωτίστως για πράγματα που τον καίνε, όπως είναι το φαινόμενο του θερμοκηπίου ή η πρόγνωση άλλων φυσικών καταστροφών.

Η κοινωνία λοιπόν, διά των κρατικών χρηματοδοτήσεων, θέτει ένα μεγάλο μέρος της ερευνητικής ατζέντας (ας μην ξεχνάμε ότι ιδιωτικές εταιρείες χρηματοδοτούν για δικούς τους σκοπούς άλλα προγράμματα). Συνεπώς, ο ανταγωνισμός ολόκληρων επιστημονικών τομέων πρέπει να είναι δημόσιος κι ας είναι σκληρός. Η κοινότητα των σεισμολόγων, για παράδειγμα, πρέπει να ανταγωνίζεται δημόσια με την κοινότητα π.χ. των μηχανικών περιβάλλοντος στο σύνολό της, προκειμένου να κερδίσουν το μεγαλύτερο δυνατόν κομμάτι των ερευνητικών κονδυλίων. Δεν νομίζουμε βέβαια ότι αυτή η συζήτηση μπορεί να γίνει διά των παραθύρων της τηλεόρασης (και δη της ελληνικής), αλλά σαφέστατα πρέπει να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα, με άρθρα, παρεμβάσεις στις εφημερίδες κ.λπ. Ο δημόσιος διάλογος για την κατεύθυνση της έρευνας έχει νόημα και ο ανταγωνισμός για τις χρηματοδοτήσεις ανά τομέα είναι αναγκαίος, από τη στιγμή που ξοδεύεται δημόσιο χρήμα γι' αυτή.

Ομως, η κοινωνική παρέμβαση στην επιστημονική έρευνα πρέπει να σταματά εκεί. Η πολιτική (η οποία παρά τις όποιες στρεβλώσεις είναι εργαλείο της κοινωνικής βούλησης), αφού κατανείμει τις χρηματοδοτήσεις ανά επιστημονικό τομέα, δεν πρέπει να έχει λόγο στον υπομερισμό των κονδυλίων. Οι εκτός της επιστημονικής κοινότητας δεν έχουν την εξειδικευμένη γνώση για να κρίνουν ποιο πρόγραμμα προάγει τη γνώση και μπορεί τελικά να έχει αποτελέσματα. Βεβαίως, και για τον υπομερισμό των κονδυλίων απαιτείται διάλογος και ανταγωνισμός, αλλά αυτός ο διάλογος δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να απευθύνεται στην κοινωνία. Ακριβώς επειδή είναι πολύ εξειδικευμένος, γίνεται εντός της επιστημονικής κοινότητας.

Παρά τα όποια προβλήματα μπορεί να έχει η επιστημονική κοινότητα (φατριασμοί, εύνοιες κ.λπ.), τα κριτήρια οφείλουν να είναι αμιγώς επιστημονικά - δηλαδή, πρέπει να χρηματοδοτούνται οι έρευνες που προάγουν τη γνώση και έχουν αποτελέσματα. Για πολύ πρακτικούς λόγους: Μόνο διά αποτελεσμάτων ο συγκεκριμένος επιστημονικός τομέας (στο σύνολό του) θα έχει «μούτρα» να απευθυνθεί εκ νέου στην κοινωνία ζητώντας τη συνέχιση ή διεύρυνση των χρηματοδοτήσεων.

Στην Ελλάδα παρατηρείται το εξής αντίστροφο. Ενώ γίνεται λίγη συζήτηση για την ερευνητική πολιτική της χώρας (ίσως επειδή τα συνολικά κονδύλια είναι μικρά), γίνεται παθιασμένη και δημόσια κουβέντα για τα ερευνητικά προγράμματα εντός του επιστημονικού τομέα. Η κοινότητα των σεισμολόγων, για παράδειγμα, δεν ανταγωνίζεται δημόσια άλλους επιστημονικούς κλάδους για μεγαλύτερο κομμάτι της δημόσιας χρηματοδότησης, αλλά βγάζουν στα παράθυρα της τηλεόρασης τη συζήτηση η οποία έπρεπε να γίνεται εντός της κοινότητάς των. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα αισθητικής - αν και οι διαμάχες επιστημόνων στα τηλεοπτικά σόου δεν είναι ό,τι καλύτερο. Δεν αποτελεί καν πρόβλημα υπονόμευσης του κύρους ενός επιστημονικού τομέα, με αποτέλεσμα τώρα να αμφισβητείται ακόμη και η κατακτημένη γνώση, δηλαδή το μέγεθος των σεισμών. Δείχνει μια ευρύτερη παθογένεια σε ό,τι αφορά την έρευνα στην Ελλάδα.

Το γεγονός της έλλειψης διατομεακού ανταγωνισμού δείχνει ότι κάποιοι επιστημονικοί κλάδοι έχουν σταθερή χρηματοδότηση, «βρέξει-χιονίσει». Το ύψος της χρηματοδότησης προφανώς είναι προϊόν κάποιας ιστορικής εξέλιξης του τομέα ή και δημοσίων σχέσεων με το γκουβέρνο και δεν ελέγχεται διά του δημόσιου διαλόγου. Αντιθέτως, το γεγονός ότι γίνεται δημόσιος (και έντονος) διάλογος για τα αποτελέσματα των ερευνών πιθανότατα σημαίνει ότι η κατανομή των κονδυλίων δεν γίνεται με επιστημονικά, αλλά με πολιτικοκοινωνικά κριτήρια. Εξ ου και οι διαμάχες στα παράθυρα περί προβλέψεων ή μη των σεισμών. Οι επιστήμονες νιώθουν ότι χρειάζονται τη διά των ΜΜΕ πολιτική πίεση για να αποκτήσουν τα επιθυμητά γι' αυτούς κονδύλια.

Με άλλα λόγια, στα ερευνητικά πράγματα της χώρας έχουμε μια διπλή αποτυχία. Αυτό που έπρεπε να συζητείται δημόσια συζητείται ελάχιστα και αυτό που έπρεπε να συζητείται επιστημονικά συζητείται στα παράθυρα της τηλεόρασης.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.6.2008